Ἡ ε ὐ λ ο γ ί α τ ο ῦ χ ρ ό ν ο υ

(π. Δημητρίου Μπόκου)

Μιὰ φο­ρὰ κι ἕ­ναν και­ρὸ – λέ­ει τὸ πα­ρα­μύ­θι – ὁ Θε­ὸς ἔ­σκυ­ψε ἀ­πὸ τὸν οὐ­ρα­νὸ κι ἔ­ρι­ξε ἕ­να βλέμ­μα στὴ γῆ. Δὲν ἔ­μει­νε ὅ­μως εὐ­χα­ρι­στη­μέ­νος μὲ ὅ­σα εἶ­δε ἐ­κεῖ. Οἱ ἄν­θρω­ποι, ἂν καὶ τοὺς εἶ­χε δώ­σει ὅ­λα τὰ κα­λά, εἶ­χαν γε­μί­σει τὴ ζω­ή τους μὲ προ­βλή­μα­τα.

Ὁ Θε­ὸς στε­νο­χω­ρή­θη­κε πο­λύ, για­τὶ τοὺς ἀ­γα­ποῦ­σε καὶ ἤ­θε­λε νὰ εἶ­ναι ὅ­λοι κα­λά. Ἔ­πε­σε σὲ βα­θειὰ συλ­λο­γή. Τί ἄλ­λο θὰ μπο­ροῦ­σε νὰ κά­μει γιὰ νὰ τοὺς βο­η­θή­σει; Ποι­ὰ εὐ­λο­γί­α δὲν τοὺς ἔ­δω­σε ἀ­κό­μα; Σκέ­φθη­κε τό­τε νὰ ἐ­πι­στρα­τεύ­σει τὸν Χρό­νο. Θὰ τὸν ἔ­στελ­νε στοὺς ἀν­θρώ­πους, ὥ­στε νὰ ἔ­χουν κά­θε εὐ­και­ρί­α μὲ ὅ­λη τους τὴν ἄ­νε­ση νὰ φτιά­χνουν σω­στὰ τὴ ζω­ή τους.

Συνεχίστε να διαβάζετε….

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *