-Τόσον εύκολα κουράζεσθε εσείς; Δεν βλέπεις εμένα τι υπέφερα για εσάς;

[Γράφει ο Γέροντας Ιωσήφ ο Βατοπαιδινός]: Κάποτε που είχε στενοχωρηθή [ο όσιος Ιωσήφ ο Ησυχαστής και Σπηλαιώτης] πολύ εξαιτίας της συνοδίας του, γιατί, όπως είπαμεν, όσοι πήγαιναν τους κρατούσε και ήσαν τότε πέντε έξι και όπως ήσαν συνηθισμένοι με τας ιδιοτροπίας τους, αντί να ωφεληθούν, έβλαπταν προκαλούντες ανησυχίαν και μέριμναν.

Ο Γέροντας βλέποντας την κατάστασιν και τον πατέρα Αρσένιον [Γέροντας, π. Αρσένιος ο Σπηλαιώτης (1886-1983), συνασκητής του οσίου Ιωσήφ του Ησυχαστή και Σπηλαιώτη] να στενοχωρήται, εθλίβετο υπερβολικά και άρχισε να παρακαλή τον Θεόν να δώση λύσιν της καταστάσεως.

Όσο πρόβαινε [προχωρούσε] όμως η κατάστασις και χειροτέρευε.

Μία νύκτα, μας έλεγεν ό Γέροντας, εκεί που αγρυπνούσε και προσευχόταν και παρακαλούσε γι’ αυτόν ακριβώς τον σκοπόν να τους φωτίση ο Θεός να φύγουν, βλέπει έξαφνα και γέμισε το δωμάτιον φως και από την στέγην, που του φάνηκε ότι άνοιξε, βλέπει και κατεβαίνει ο Κύριος μας επάνω εις τον Σταυρόν, όχι ως εικόνα, αλλά ζωντανός, με όλας τας κανονικάς διαστάσεις της παναγίας του σταυρώσεως και όταν ακούμπησε περίπου εις το πάτωμα ο Σταυρός, τον κοίταξε ο Κύριοός μας με ύφος παρηγορητικόν και του λέγει:
– Τόσον εύκολα κουράζεσθε εσείς; Δεν βλέπεις εμένα τι υπέφερα για εσάς;

«Μόλις ήκουσα τα λόγια του Κυρίου», έλεγεν ο Γέροντας, «έπεσα κάτω εις το έδαφος μπροστά εις τον Σταυρόν και φώναξα:
– Κύριε, βοήθησέ μας τους αμαρτωλούς, και κλαίοντας και φωνάζοντας εκεί με πολλήν θέρμην και αγάπην προς τον Κύριόν μας, ανελήφθη πάλιν από την στέγην, όπως εκατέβη πριν.

Από εκείνην την ημέραν έπαυσε και η συνοδία μου να με ενοχλή και λίγοι λίγοι έφυγαν σιγά σιγά και είχα πάλιν ειρήνην, όπως και πριν».

(Επιμέλεια Στέλιος Κούκος)

Απόσπασμα από το βιβλίο του Γέροντος Ιωσήφ Βατοπαιδινού, «Θείας χάριτος εμπειρίες, Γέροντας Ιωσήφ ο Ησυχαστής, Επιστολιμαία βιογραφία – Ανέκδοτες επιστολές και Ποιήματα». Έκδοση Ιεράς Μεγίστης Μονής Βατοπαιδίου.

Πηγή Πεμπτουσία