Το εβραιόπουλο που το έριξε ο πατέρας του στο καμίνι!

Ήταν κάποτε στην Κωνσταντινούπολη ένας Ιουδαίος, που έφτιαχνε γυαλί και είχε γυναίκα κι έναν γιο. Τον γιο λοιπόν τον παρέδωσε, για να μάθει γράμματα, στο σχολείο κοντά στη μεγάλη εκκλησία [την Αγία Σοφία].

Συνέβη ο σκευοφύλακας της Αγίας Σοφίας να έχει πολλά περισσεύματα από τις προσφορές και μήνυσε με κάποιους στον δάσκαλο να στείλει παιδιά για να φάνε όσα περίσσεψαν απ’ την αγία αναφορά. Έτσι συνήθιζαν να κάνουν.

Πήγαν λοιπόν τα παιδιά και ακολούθησε και το εβραιόπουλο.

Μια και καθυστερούσαν εκεί, σχόλασε ο δάσκαλος τ’ άλλα παιδιά – ήταν, βλέπεις, ώρα για φαγητό.

Πήγε και ο Ιουδαίος ο υαλουργός απ’ το εργαστήρι στο σπίτι του την ώρα του διαλείμματος. Δεν βρήκε εκεί τον γιο του και ρωτάει τη γυναίκα του:
– Πού είναι το παιδί;

Είδε αυτή ότι δεν φαινόταν πουθενά και άρχισε να ρωτάει τους γείτονες. Όταν ήρθε ο μικρός τον ρώτησε:
– Πού καθυστέρησες, παιδί μου;

Λέει αυτό:
– Πήγα μαζί με τ’ άλλα τα παιδιά στη μεγάλη εκκλησία και φάγαμε και ήπιαμε καλά.

Μάνιασε ο πατέρας του όταν τ’ άκουσε, αλλά σώπαινε. Μετά το φαγητό πήρε το παιδί στο εργαστήρι κι έμαθε με λεπτομέρειες ότι τη μετάληψη στην εκκλησία την έλεγε φαγητό.

Πάνω στο θυμό του τον άρπαξε, τον έριξε στο καμίνι και το σφράγισε.

Βγήκε, πήγε και κρύφτηκε. Ήταν μεσημέρι.

Η μάνα του παιδιού, παρακινημένη απ’ τον Θεό, έρχεται στο εργαστήρι, ξέροντας ότι ο πατέρας είναι πυρ και μανία με το παιδί.
Σκύβοντας στην τρύπα της πόρτας ακούει τη φωνή του γιου της μέσα στο καμίνι. Σπάει την πόρτα, μπαίνει και βρίσκει τον μικρό στις φλόγες.

Ανοίγει, τον βγάζει έξω από το καμίνι και τον ρωτάει:
– Ποιος σ’ έκλεισε στο καμίνι, παιδί μου;

Λέει:
– Ο πατέρας μου.

Απόρησε αυτή:
– Πώς και δεν κάηκες, γιε μου, στη φωτιά του καμινιού;

Λέει:
– Κάποια γυναίκα ντυμένη στα πορφυρά, ήρθε, μου ’δωσε νερό και μου ’πε· «Μη φοβάσαι τίποτα».

Κατάπληκτη η μάνα τον παίρνει και πηγαίνει στον αγιώτατο πατριάρχη Μηνά.

Όταν έφτασε, του εξιστόρησε τα καθέκαστα και τον παρακάλεσε να γίνει χριστιανή μαζί και το παιδί της.
Ένιωσε θαυμασμό ο πατριάρχης μ’ όλα αυτά που άκουσε, οδήγησε τη γυναίκα και το παιδί στον αγαπητό και φιλόχριστο βασιλιά Ιουστινιανό και του διηγήθηκε το παράδοξο θαύμα.

Ο θεοφιλέστατος βασιλιάς πρόσταξε να του φέρουν τον Ιουδαίο, τον πατέρα του παιδιού, και τον προτρέπει να γίνει χριστιανός.
Αυτός αρνήθηκε και τότε διέταξε να τον ρίξουν στον φούρνο λέγοντας:
– Εκεί που έρριξες στον φούρνο τον ίδιο σου τον γιο.

Διέταξε ακόμη να γίνει η γυναίκα ασκήτρια και το παιδί αναγνώστης.

Έτσι έκανε ο πατριάρχης. Όλοι δόξασαν τον Θεό, που κάνει μεγάλα θαύματα για τη σωτηρία του ανθρώπινου γένους.

Δικιά του η δόξα και η δύναμη και τώρα και παντοτεινά στους αιώνες των αιώνων. Αμήν.

(Επιμέλεια Στέλιος Κούκος)

Από το βιβλίο του Δημητρίου Γ. Τσάμη, «Μητερικόν, τόμος Δ’».

Πηγή: Πεμπτουσία