Σε ποιόν ανήκουν τα αξιώματα;

(Επιμέλεια-διασκευή Στέλιος Κούκος)

Κατά το πρώτον δεκαήμερον του μηνός Φεβρουαρίου του σωτηρίου έτους 1937, αφού με συνάντησε ο αδελφός Χρύσανθος έξωθεν του παρεκκλησίου του νοσοκομείου «Άγιος Ιωάννης ο Θεολόγος», μ’ επήρε και εμπιστευτικώς, με πολλή συντριβή και κατανύξει, μου ανακοίνωσε τι του συνέβη την προηγούμενη νύκτα [όλα αυτά διαδραματίζονται στην Ιερά Μονή Διονυσίου Αγίου Όρους, η οποία έχει προστάτη τον άγιο Ιωάννη Πρόδρομο]:
– Εγώ, αδελφέ Λάζαρε, όπως γνωρίζεις, διότι και τις κινήσεις και τις ενέργειες μου έβλεπες επί πολλά έτη τώρα, επιθυμούσα να γίνω προϊστάμενος [κάθε μοναστήρι έχει μία επιτροπή προϊσταμένων συμβουλευτική κυρίως για την διοίκηση της μονής].

Αφού δε επί πολλά χρόνια προσπάθησα παρακαλώντας τον έναν και τον άλλον και τον ηγούμενον πολλές φορές τον εζάλιζα γι’ αυτό το ζήτημα -και κατά Θείαν οικονομίαν, ως αποδεικνύεται τώρα, δεν το κατόρθωσα- ήλθα σε τόση λύπην και στενοχωρία, με τη συνέργεια βέβαια και του πονηρού, και τόσο απελπίστηκα και εσκοτίστηκε ο νους μου, όπου απεφάσισα να αυτοκτονήσω.

«Ακούς εκεί», έλεγα με τον λογισμόν μου, «τόσους νεωτέρους από μένα να τους κάμουν προϊσταμένους και εγώ όπου εγήρασα κι’ εργάσθηκα σε τόσα διακονήματα να με καταφρονούν! Αυτό δεν το ανέχομαι πλέον.

Θα κατέβω κάτω στην θάλασσα, θα δώσω μια βουτιά να πνιγώ και ας όψονται αυτοί». Ταύτα μελετών, αδελφέ, για πολλές μέρες, έλαβα τελική απόφαση να πράξω το αυτό που είχα κατά νουν.

Αλλά ο Πανάγαθος Θεός, με την πρεσβεία του Αγίου Προστάτου μας Τιμίου Προδρόμου με ευσπλαχνίστηκε, και μου έβαλε τον λογισμό μου ότι πριν εκτελέσω τούτο, να κάμω ένα τριήμερον, δηλαδή επί τρεις συνεχείς ημέρας να παραμείνω μέσα στο κελλί μου, να μην γευθώ τίποτε, να κλείσω πόρτες και παράθυρα, ώστε να μην εισέρχεται από πουθενά φως.

Και έτσι ευρισκόμενος μέσα στο σκοτάδι επί δύο ημερονύκτια προσευχόμουν συνεχώς, χωρίς να γευτώ τίποτε, ούτε νερό, ούτε να πλαγιάσω στο κρεββάτι μου, αλλά έτσι προσευχόμενος, άλλοτε μεν όρθιος, άλλοτε καθήμενος, και έτσι με άρπαζε λίγος ύπνος και πάλιν μόλις ξυπνούσα προσευχόμουν.

Το τρίτο βράδυ λοιπόν, κατά τις τρεις με τέσσερις η ώρα της νύκτας έξαφνα γίνεται μία λάμψις κι έφεξε όλο το κελλί μου συνάμα δε ακούω και μια βροντερή φωνή και μου έλεγε:
– Γιατί δεν ησυχάζεις; Γιατί είσαι ταραγμένος και σκέπτεσαι να κατέβεις στην θάλασσαν να πνιγείς;

Εγώ αδελφέ, μόλις είδαν την λάμψιν και άκουσα και την φωνή, μου έφυγε όλη εκείνη η στενοχωρία και η λύπη που με βασάνιζε και άρχισα συνεχώς να κλαίω, να κλαίω, να χύνω δάκρυα ακατάπαυστα και να ζητώ συγχώρηση ομολογώντας ότι έσφαλα, επλανήθηκα υπό του πονηρού:
– Συγχώρησόν μοι Άγιε…

Η φωνή επανέλαβε:
– Γιατί παράτησες την ψαλτικήν, και έχεις τώρα μια εβδομάδα να πλησιάσεις το αναλόγιο, και γυρίζεις εδώ και εκεί και ζητάς να γίνεις προϊστάμενος; Δεν γνωρίζω εγώ ποιος είναι για προϊστάμενος; Και όταν εγώ δεν θέλω, πώς μπορείς εσύ να γίνεις προϊστάμενος; Δεν γνωρίζω εγώ ποιος είναι για προϊστάμενος;

Εγώ συνεχώς έκλαιγα πεσμένος στο πάτωμα και τον παρακαλούσα, να με συγχωρήσει, και ότι στο εξής θα ησυχάσω και στο αναλόγιο θα επανέλθω και ουδέποτε πλέον θα ζητήσω να γίνω προϊστάμενος. Αφού είπα αυτά, εχάθηκε η λάμψη, έπαυσε ο κατ’ εμού έλεγχος, και ειρήνευσα ευθύς, αδελφέ μου.

Όταν εσήμανε η ακολουθία, ήλθα στην εκκλησία και άκουσα την ακολουθία του όρθρου και την λειτουργία στο παρεκκλήσιο.

Τα ανωτέρω άκουσα μετά θαυμασμού και εκπλήξεως ιστορούμενα σε μένα από του αυτόπτου και παθόντος αδελφού, τα οποία και σημειώνω προς γνώσιν των μεταγενεστέρων αδελφών.
Σημειωτέον, ότι ο αδελφός Χρύσανθος είχε πολλή απλότητα, και δι’ αυτό έτυχε του Θείου ελέους και της ιδιαιτέρας προστασίας του Τιμίου Προδρόμου. Διότι επί 25ετία έψαλλε στον δεξιό χορό μετά πολλού θρησκευτικού ζήλου και ευλαβείας.

 

Από το βιβλίο του Μοναχού Λαζάρου Διονυσιάτη, “Διονυσιάτικαι διηγήσεις”, Άγιον Όρος.

Πηγή Πεμπτουσία