Παραινέσεις του Μεγάλου Αντωνίου εκ της Φιλοκαλίας των Ιερών Νηπτικών (Μέρος 2ο)

Μέρος 2ο

56. ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ – ΚΥΡΙΑΡΧΙΑ ΤΟΥ ΣΩΜΑΤΟΣ

Ἐλεύθερος εἶναι ἐκεῖνος ποὺ δὲν εἶναι δοῦλος τῶν ἡδονῶν, ἀλλὰ κυριαρχεῖ στὸ σῶμα, μὲ τὴ φρόνηση καὶ τὴ σωφροσύνη, καὶ ἀρκεῖται, μὲ πολλὴ εὐχαριστία, σ᾿ αὐτὰ ποὺ τοῦ δίδονται ἀπὸ τὸν Θεό, ἔστω κι ἂν τύχῃ νἆναι πάρα πολὺ μέτρια.

Διότι, ἐὰν ὁ θεοφιλὴς νοῦς καὶ ἡ ψυχὴ συμφωνήσουν, εἰρηνεύει ὅλο τὸ σῶμα, ἔστω κι ἂν δὲν θέλει· γιατὶ ὅταν ἡ ψυχὴ τὸ θέλει, κάθε σωματικὴ ἀνταρσία σβήνεται.

57. Η ΠΛΕΟΝΕΞΙΑ

Ἐκεῖνοι ποὺ δὲν ἀγαποῦν ὅσα ἔχουν γιὰ τὴν ὕπαρξή τους, ἀλλὰ ἐπιθυμοῦν περισσότερα, σκλαβώνουν τὸν ἑαυτό τους στὰ πάθη, ποὺ ταράζουν τὴν ψυχή, καὶ τῆς ἐπιβάλλουν λογισμοὺς καὶ φαντασίες, ὅτι αὐτὰ ποὺ ἔχουν εἶναι κακά.

Καὶ ὅπως τὰ ροῦχα, ποὺ ράβονται πλατειά, ἐμποδίζουν τοὺς ἀγωνιστὲς στὸ τρέξιμο, ἔτσι καὶ ἡ ὄρεξη γιὰ τὴν ὑπέρμετρη περιουσία δὲν ἐπιτρέπει στὶς ψυχὲς οὔτε ν᾿ ἀγωνίζονται, οὔτε νὰ σωθοῦν.

58. Η ΠΕΡΙΦΡΟΝΗΣΗ ΤΩΝ ΒΙΩΤΙΚΩΝ

Φυλακὴ καὶ τιμωρία στὸν καθέναν εἶναι τὸ νὰ μένῃ σὲ κάτι παρὰ τὴ θέλησή του καὶ χωρὶς τὴ συγκατάθεσή του. Νὰ εἶσαι λοιπὸν εὐχαριστημένος μὲ ὅσα ἔχεις, γιὰ νὰ μὴν αὐτοτιμωρηθεῖς, χωρὶς νὰ τὸ ἀντιλαμβάνεσαι, ἕνεκα ἀχαριστίας.

Ἕνας εἶναι ὁ δρόμος πρὸς αὐτό: ἡ καταφρόνηση τῶν βιοτικῶν.

59. ΤΟ ΛΟΓΙΚΟ ΟΡΑΣΗΣ ΤΗΣ ΨΥΧΗΣ

Ὅπως μας ἔδωσε ὁ Θεὸς τὴν ὅραση, γιὰ νὰ ἀναγνωρίζομε ὅσα βλέπομε, ποιὸ εἶναι τὸ ἄσπρο καὶ ποιὸ τὸ μαῦρο χρῶμα, ἔτσι καὶ τὸ λογικό, μᾶς τὸ χάρισε ὁ Θεός, γιὰ νὰ ξεχωρίζομε ὅσα συμφέρουν στὴν ψυχή.

Ὅταν ὅμως ἡ ἐπιθυμία κρατηθεῖ ἀνεξάρτητη ἀπὸ τὸ λογικό, γεννᾶ ἡδονὴ καὶ δὲν ἐπιτρέπει στὴν ψυχὴ νὰ σωθεῖ ἢ νὰ ἑνωθεῖ μὲ τὸν Θεό.

60. ΑΜΑΡΤΗΜΑΤΑ ΚΑΤΑ ΠΡΟΑΙΡΕΣΗ

Δὲν εἶναι ἁμαρτήματα ὅσα γίνονται κατὰ φύσιν, ἀλλὰ τὰ πονηρά, ποὺ φωλιάζουν στὴν προαίρεση. Τὸ νὰ τρώγῃ κανείς, δὲν εἶναι ἁμαρτία, ἀλλὰ τὸ νὰ τρώγῃ χωρὶς εὐχαρίστηση, χωρὶς σεμνότητα καὶ χωρὶς ἐγκράτεια. (Διότι τὸ φαγητό) ἔχει σκοπὸ νὰ κρατήσει τὸ σῶμα στὴ ζωή, ἀλλὰ χωρὶς καμία πονηρὴ ἐπινόηση.

Οὔτε τὸ νὰ βλέπει κανεὶς ἁγνὰ εἶναι ἁμαρτία, ἀλλὰ τὸ νὰ βλέπει φθονερὰ καὶ ὑπερήφανα καὶ ἀχόρταγα (μὲ πονηρὸ βλέμμα).

Ἐπίσης (ἁμαρτία εἶναι) τὸ νὰ μὴν ἀκούει κανεὶς εἰρηνικά, ἀλλὰ μὲ ὀργή.

(Ἁμαρτία εἶναι) καὶ τὸ νὰ μὴ χαλιναγωγεῖ κανεὶς τὴ γλώσσα τοῦ πρὸς εὐχαριστία καὶ προσευχή, ἀλλὰ (νὰ τὴν ἀφήνει ἀχαλίνωτη) στὸ νὰ κατηγορεῖ.

Προσέτι (εἶναι ἁμαρτία) καὶ τὸ νὰ μὴ ἐργάζονται τὰ χέρια μὲ σκοπὸ τὴν ἐλεημοσύνη, ἀλλὰ σὲ φόνους καὶ ἁρπαγές.

Ἔτσι, κάθε μέρος τοῦ σώματος ἁμαρτάνει, ὅταν, παρὰ τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ, ἐργάζεται αὐτοπροαίρετα τὰ πονηρὰ ἔργα, ἀντὶ τῶν ἀγαθῶν.

61. ΒΕΒΑΙΟΤΗΤΑ ΚΑΙ ΘΕΙΑ ΠΡΟΝΟΙΑ

Ἐὰν ἔχῃς ἀμφιβολία, ὅτι ἡ κάθε μία πράξη παρακολουθεῖται ἀφ᾿ ὑψηλοῦ ἀπὸ τὸν Θεό, ἐξέτασε (τὸν ἑαυτό σου) καὶ θὰ δεῖς, ὅτι σύ, ποὺ εἶσαι ἄνθρωπος καὶ χῶμα, μπορεῖς νὰ ἐξετάζῃς καὶ νὰ ἐννοεῖς ταυτοχρόνως πολλὰ καὶ διάφορα θέματα.

Πόσον μᾶλλον ὁ Θεός, ποὺ τὰ βλέπει ὅλα σὰν σπόρο σιναπιοῦ. Αὐτὸς ποὺ τὰ πάντα ζωογονεῖ καὶ τρέφει ὅπως θέλει;

62. Ο ΦΥΛΑΞ ΑΓΓΕΛΟΣ

Ὅταν κλείσεις τὶς πόρτες τοῦ σπιτιοῦ καὶ εἶσαι μόνος, γνώριζε ὅτι εἶναι παρὼν μαζί σου ὁ ὁρισμένος γιὰ κάθε ἄνθρωπον ἀπὸ τὸν Θεὸ ἄγγελος, τὸν ὁποῖον οἱ Ἕλληνες ὀνομάζουν οἰκεῖο δαίμονα (προσωπικὸ δαιμόνιον).

Αὐτός, ποὺ εἶναι ἀκοίμητος καὶ ἀπαραλόγιστος (δὲν μπορεῖ κανεὶς νὰ τὸν ἐξαπατήσει), στέκεται πάντοτε μαζί σου, τὰ βλέπει ὅλα καὶ δὲν ἐμποδίζεται ἀπὸ τὸ σκοτάδι.

Μαζὶ μ᾿ αὐτόν, γνώριζε πὼς καὶ ὁ Θεὸς ὑπάρχει σὲ κάθε τόπον. Γιατὶ δὲν ὑπάρχει τόπος ἢ ὕλη καμία, μέσα στὴν ὁποία νὰ μὴν εἶναι ὁ Θεός, ἐφ᾿ ὅσον εἶναι ἀπ᾿ ὅλους καὶ ἀπ᾿ ὅλα μεγαλύτερος καὶ ὅλους τοὺς περικλείει στὸ χέρι Του.

63. ΕΥΧΑΡΙΣΤΕΙΤΕ ΑΣΙΓΗΤΑ ΤΟΝ ΘΕΟ.

Ἐὰν οἱ στρατιῶτες μένουν πιστοὶ στὸν Καίσαρα, ἐπειδὴ ἀπ᾿ αὐτὸν χορηγοῦνται οἱ τροφές, πόσον μᾶλλον ἐμεῖς ὀφείλομε νὰ ἐπιδιώκομε νὰ εὐχαριστοῦμε ἀδιάκοπα μὲ ἀσίγητα στόματα καὶ νὰ ἀρέσομε στὸ Θεό, ποὺ ἔκτισε τὰ πάντα γιὰ τὸν ἄνθρωπο;

64. ΟΙ ΚΑΡΠΟΙ ΤΟΥ ΑΝΘΡΩΠΟΥ

Ἡ εὐγνωμοσύνη πρὸς τὸν Θεὸ καὶ ἡ χρηστὴ πολιτεία εἶναι ἀνθρώπου καρπός, ἀρεστὸς στὸ Θεό.

Οἱ καρποὶ τῆς γῆς δὲν ὡριμάζουν σὲ μία ὥρα, ἀλλὰ μὲ τὸν καιρό, μὲ βροχὲς καὶ ἐπιμέλεια. Κατὰ τὸν ἴδιο τρόπο καὶ οἱ καρποὶ τῶν ἀνθρώπων λαμπρύνονται μὲ ἀσκητικὴ ζωὴ καὶ μελέτη, μὲ τὸ χρόνο καὶ τὴν καρτερία, μὲ ἐγκράτεια καὶ ὑπομονή.

Ἐὰν μ᾿ αὐτὰ φανεῖς κάποτε εὐλαβεῖς σὲ μερικοὺς (εὐσεβὴς καὶ θεοφοβούμενος), μὴν πιστεύεις στὸν ἑαυτό σου, ἐφ᾿ ὅσον εἶσαι ἀκόμα στὸ σῶμα καὶ μὴ θεωρεῖς ὅτι τίποτε δικό σου εἶναι ἀρεστὸ στὸ Θεό, γιατὶ πρέπει νὰ γνωρίζεις, ὅτι δὲν εἶναι εὔκολο στὸν ἄνθρωπο νὰ φυλάξῃ μέχρι τέλους τὸ ἀναμάρτητον.

65. Η ΧΡΗΣΗ ΤΟΥ ΛΟΓΟΥ

Τίποτε στὸν ἄνθρωπο δὲν εἶναι πολυτιμότερο ἀπὸ τὸ λόγο (τὸ λογικό). Τόσο δυνατὸς εἶναι ὁ λόγος, ὥστε μὲ τὸ λόγο καὶ τὴν εὐχαριστία λατρεύαμε τὸν Θεό.

Ἐὰν μεταχειριζώμεθα ἄχρηστα ἢ δυσφημιστικὰ λόγια, καταδικάζουμε τὴν ψυχή μας. Συνεπῶς, τὸ νὰ μεταχειρίζεται κανεὶς αὐθαιρέτως λόγια ἢ ἔργα πονηρὰ καὶ ν᾿ ἀποδίδει σ᾿ ἄλλους ἢ στὴ φύση τοῦ τὴν αἰτία γιὰ ὅσα ἁμαρτάνει, αὐτὸ εἶναι ἔργον ἀναίσθητου ἄνθρωπου (ποὺ δὲν αἰσθάνεται ὅτι καταδικάζεται, παρ᾿ ὅλον ὅτι ἔχει τὸ λογικό).

66. ΑΥΤΕΞΟΥΣΙΟ ΚΑΙ ΘΕΡΑΠΕΙΑ ΨΥΧΙΚΩΝ ΠΑΘΩΝ

Ἂν φροντίζομε νὰ θεραπεύομε τὰ πάθη τοῦ σώματος, γιατὶ ἀλλιῶς θὰ γίνουμε καταγέλαστοι στοὺς γνωστούς μας, πολὺ περισσότερο εἶναι ἀνάγκη νὰ τρέχουμε νὰ θεραπεύουμε τὰ πάθη τῆς ψυχῆς, γιατὶ μέλλουμε νὰ κριθοῦμε κατὰ πρόσωπον Θεοῦ, γιὰ νὰ μὴ βρεθοῦμε (ἐκεῖ) τιποτένιοι ἢ καταγέλαστοι.

Ἔχομε τὸ αὐτεξούσιο καὶ συνεπῶς, ὅταν ἐπιθυμοῦμε τὶς πονηρὲς πράξεις, μποροῦμε νὰ μὴν τὶς ἐπιδιώξουμε, ἀρκεῖ νὰ τὸ θελήσομε. Τὸ μποροῦμε καὶ στὴν ἐξουσία μας εἶναι νὰ ζήσομε ὅπως ἀρέσει στὸ Θεὸ καὶ κανεὶς δὲν μπορεῖ νὰ μᾶς ἀναγκάσει ποτέ, νὰ πράξομε ἄθελά μας κάτι τὸ πονηρό. Γιατί, ἔτσι ἀγωνιζόμενοι, θὰ γίνομαι ἄξιοι τοῦ Θεοῦ ἄνθρωποι καὶ θὰ ζοῦμε σὰν ἄγγελοι στὸν οὐρανό.

67. ΑΥΤΕΞΟΥΣΙΟ ΚΑΙ ΠΑΘΗ

Ἐὰν τὸ θέλεις γίνεσαι δοῦλος τῶν παθῶν, ἐὰν τὸ θέλεις μένεις ἐλεύθερος καὶ δὲν θὰ ὑποκύψεις στὰ πάθη, διότι ὁ Θεὸς σὲ ἔπλασε αὐτεξούσιο.

Ὅποιος (μὲ καλὴ χρήση τοῦ αὐτεξουσίου) νικᾶ τὰ πάθη τῆς σαρκός, στεφανώνεται μὲ τὴν ἀφθαρσία.

Ἐὰν βέβαια δὲν ἦταν τὰ πάθη, δὲν θὰ ἦσαν καὶ οἱ ἀρετές, οὔτε καὶ στέφανοι, ποὺ δωρίζονται ἀπὸ τὸ Θεὸ στοὺς ἀνθρώπους ποὺ εἶναι ἄξιοι (στεφάνου).

68. Η ΨΥΧΙΚΗ ΤΥΦΛΩΣΗ

Ὅσοι δὲν βλέπουν (ὅτι αὐτὸ εἶναι) τὸ (ἀληθινό) συμφέρον τους, ἂν καὶ γνωρίζουν τὸ ἀγαθό, εἶναι ψυχικὰ τυφλοὶ καὶ ἔχει γίνει τελείως ἀναίσθητη μέσα τοὺς ἢ διάκριση (μεταξὺ καλοῦ καὶ κακοῦ).

Ὥστε δὲν πρέπει νὰ προσέχομε τὴ νοοτροπία τους κι αὐτὸ γιὰ νὰ μὴν περιπέσομε κατ᾿ ἀνάγκην κι ἐμεῖς, ἀπρονόητα, στὰ ἴδια, σὰν τυφλοὶ (γιὰ νὰ μὴ στραβωθοῦμε ψυχικά).

69. Η ΟΡΓΗ ΓΙ᾿ ΑΥΤΟΥΣ ΠΟΥ ΣΦΑΛΛΟΥΝ

Δὲν πρέπει νὰ ὀργιζώμεθα μὲ αὐτοὺς ποὺ ἁμαρτάνουν, ἔστω κι ἂν ὅσα πράττουν εἶναι ἐγκλήματα ἄξια τιμωρίας. Ἀλλὰ ὀφείλομε γιὰ λόγους δικαιοσύνης κυρίως, νὰ κάνομε τοὺς φταῖχτες νὰ μετανοήσουν καὶ νὰ τιμωρηθοῦν ἐὰν πρέπει, εἴτε βάζοντας μονάχοι τους τὴν τιμωρία εἴτε μέσῳ ἄλλων. Ὅμως νὰ ὀργιζώμεθα ἢ νὰ θυμώνουμε δὲν εἶναι ἀνάγκη. Διότι ἡ ὀργὴ ὁδηγεῖ σὲ πράξεις τιμωρίας ἀπὸ πάθος μόνον καὶ ὄχι μὲ (ὀρθή) κρίσιν καὶ κατὰ τὸ δίκαιο.

Ἀλλὰ οὔτε κι᾿ αὐτοὺς ποὺ ἐλεοῦν παρὰ τὸ πρέπον πρέπει νὰ τοὺς παραδεχώμεθα.

Γι᾿ αὐτό, τοῦτο τὸ καλὸ καὶ γιὰ τὸ δίκαιον, πρέπει νὰ τιμωροῦνται οἱ πονηροὶ καὶ ὄχι ἀπὸ τὸ ἔμφυτο μέσα μας πάθος τῆς ὀργῆς.

70. Η ΨΥΧΗ ΜΟΝΗ ΕΙΝΑΙ ΠΛΟΥΤΟΣ

Μόνα τὰ ἀποκτήματα τῆς ψυχῆς εἶναι ἀσφαλῆ καὶ ἀπαραβίαστα· καὶ εἶναι αὐτά, ἡ ἐνάρετη καὶ ἀρεστὴ στὸ Θεὸ διαγωγή, καθὼς καὶ ἡ γνώση καὶ ἡ πράξη τῶν ἀγαθῶν ἔργων.

Διότι ὁ πλοῦτος εἶναι τυφλὸς ὁδηγὸς καὶ σύμβουλος ἀνόητος καὶ καταστρέφει τὴν «ἀναίσθητον» ψυχήν, σ᾿ αὐτὸν ποὺ κάνει κακὴ καὶ μαλθακὴ χρήση τοῦ πλούτου.

71. Ο ΠΛΟΥΤΟΣ ΕΙΝΑΙ ΦΘΑΡΤΟΣ

Πρέπει οἱ ἄνθρωποι ἢ νὰ μὴν ἀποκτοῦν τίποτα περισσὸ ἢ ἐφ᾿ ὅσον ἔχουν πρέπει νὰ γνωρίζουν μὲ πάσαν βεβαιότητα ὅτι ὅλα τὰ βιοτικὰ εἶναι ἐκ φύσεως φθαρτὰ καὶ χάνονται εὔκολα ἢ εἶναι γιὰ πέταμα καὶ σπάζουν. Συνεπῶς ὀφείλουν οἱ ἄνθρωποι (ποὺ τάχουν περισσά) νὰ μὴν ἀδιαφοροῦν πρὸς τὰ γεγονότα αὐτὰ (πρὸς τὴν πραγματικότητα αὐτήν).

72. ΥΠΟΜΟΝΗ ΣΤΟΥΣ ΣΩΜΑΤΙΚΟΥΣ ΠΟΝΟΥΣ

Γνωρίζετε ὅτι οἱ σωματικοὶ πόνοι εἶναι φυσικὴ ἰδιότητα τοῦ σώματος, ποὺ εἶναι φθαρτὸ καὶ ὑλικό.

Πρέπει λοιπόν, ἡ καταρτισμένη ψυχὴ νὰ προβάλλει στὰ σωματικὰ πάθη εὐχαρίστως καρτερία καὶ ὑπομονὴ καὶ νὰ μὴν κατηγορεῖ τὸ Θεό, ὅτι ἔκαμε τὸ σῶμα (νὰ πονᾶ).

73. ΑΘΛΗΣΗ ΠΡΟΣ ΣΩΤΗΡΙΑ

Αὐτοὶ ποὺ ἀγωνίζονται στοὺς Ὀλυμπιακοὺς ἀγώνας, δὲν στεφανώνονται ἐπειδὴ νίκησαν τὸν ἕναν ἢ τὸν ἄλλον ἢ καὶ ἕναν τρίτον, ἀλλ᾿ ὅταν νικήσουν ὅλους ὅσοι ἀγωνισθοῦν μαζί τους.

Ἔτσι λοιπὸν καὶ καθένας ποὺ θέλει νὰ στεφανωθεῖ ἀπὸ τὸν Θεό, πρέπει νὰ γυμνάζει τὴν ψυχὴ τοῦ στὸ νὰ γίνει σώφρων (συνετὸς καὶ φρόνιμος) πνευματικὸς ἀθλητής. Ὄχι μόνον σχετικὰ μὲ τὰ σωματικά, ἀλλὰ καὶ γιὰ τὰ οἰκονομικὰ κέρδη, ὅπως τὶς ἁρπαγὲς καὶ τὸ φθόνο, τὶς τροφές, τὶς κενοδοξίες, τὶς ὕβρις καὶ τὰ φονικὰ καὶ ὅσα ἄλλα τέτοια (πάθη) ὑπάρχουν.

74. Ο ΣΚΟΠΟΣ ΤΗΣ ΧΡΗΣΤΗΣ ΠΟΛΙΤΕΙΑΣ

Νὰ μὴν ἐπιδιώξομε τὴ χρηστὴ καὶ θεοφιλῆ πολιτεία γιὰ τὸν ἀνθρώπινο ἔπαινο, ἀλλὰ γιὰ τὴν σωτηρία τῆς ψυχῆς νὰ προτιμήσομε τὴν ἐνάρετη ζωή. Διότι ὁ θάνατος κάθε μέρα εἶναι μπροστὰ στὰ μάτια μας καὶ τὸν βλέπουμε. Τὰ ἀνθρώπινα ἄλλωστε εἶναι ἄδηλα.

75. Η ΠΡΩΤΗ ΑΡΕΤΗ ΚΑΙ ΤΟ ΠΡΩΤΟ ΠΑΘΟΣ

Στὴν ἐξουσία μας εἶναι νὰ ζήσομε μὲ σωφροσύνη (δηλαδὴ μὲ σύνεση καὶ μὲ καθαρὸν τὸ νοῦ). Τὸ νὰ πλουτίσομε δὲν εἶναι στὴν ἐξουσία μας.

Τί ἀπὸ τὰ δυὸ λοιπὸν νὰ κάνομε; Πρέπει νὰ καταδικάσομε τὴν ψυχή μας ἀπὸ μία ὀλιγοχρόνια φαντασία πλούτου, τὴν ὁποία δὲν ἔχομε ἐξουσία νὰ τὴν ἀποκτήσομε;

(Ἀσφαλῶς ὄχι). Ἀλλὰ (τότε, ἐπιτρέπεται ἔστω) νὰ ἐπιθυμοῦμε (ἁπλῶς) τὸν πλοῦτο;

– Ὦ! Πόσον ἀνόητα τρέχομε (τρέχει τὸ μυαλό μας), γιατὶ ἀγνοοῦμε ὅτι μπροστὰ ἀπὸ κάθε ἀρετὴ προηγεῖται ἡ ταπεινοφροσύνη, ὅπως καὶ σὲ ὅλα τὰ πάθη προηγεῖται ἡ γαστριμαργία (λαιμαργία, ἀχορτασιά) καὶ ἡ ἐπιθυμία τῶν βιοτικῶν (σαρκικῶν ἢ ὑλικῶν ἢ κοσμικῶν πραγμάτων).

76. ΟΙ ΣΩΜΑΤΙΚΟΙ ΚΟΠΟΙ ΟΠΛΑ ΑΡΕΤΗΣ

Πρέπει νὰ ἐνθυμοῦνται ἀδιάκοπα, οἱ μυαλωμένοι ἄνθρωποι, ὅτι ἐὰν ἀνεχόμαστε στὴ ζωή μας μικροὺς καὶ ὀλιγοχρόνιους κόπους, θὰ ἀπολαύσομε μετὰ θάνατον μεγίστη ἡδονὴ καὶ αἰώνια τροφὴ (πνευματικὴ ἀπόλαυση), ἐμεῖς οἱ ἄνθρωποι.

Ὥστε αὐτὸς ποὺ παλεύει μὲ τὰ πάθη καὶ θέλει νὰ στεφανωθεῖ ἀπὸ τὸ Θεό, ἐὰν πέσει (νικηθεῖ), νὰ μὴ μικροψυχήσῃ (νὰ μὴν τὰ χάσῃ) καὶ μείνει πεσμένος σὲ ἀπελπισία (γιὰ τὴ σωτηρία του). Ἀλλά, ἀφοῦ σηκωθεῖ, πάλιν νὰ παλέψει καὶ νὰ φροντίσει (νὰ νικήσῃ ὥστε) νὰ στεφανωθεῖ (βραβευθεῖ). Μέχρις ἐσχάτης ἀναπνοῆς διαρκῶς νὰ σηκώνεται ἀπὸ τὴν πτώση ποὺ θὰ τοῦ συμβεῖ. Διότι οἱ σωματικοὶ κόποι εἶναι ὅπλα (γιὰ ἐπιδίωξη) τῶν ἀρετῶν καὶ γίνονται ἔτσι σωτήριοί της ψυχῆς.

77. ΝΕΚΡΩΣΗ ΩΣ ΠΡΟΣ ΤΑ ΒΙΩΤΙΚΑ

Οἱ βιοτικὲς περιστάσεις δημιουργοῦν τοὺς ἄνδρες καὶ τοὺς ἀθλητές, τοὺς ἄξιους νὰ στεφανωθοῦν ἀπὸ τὸ Θεό. Πρέπει λοιπόν, μὲ τὴ ζωή τους νὰ νεκρώσουν τὰ μέλη τοῦ σώματος γιὰ ὅλα τὰ βιοτικά. Διότι ὁ νεκρὸς οὐδέποτε θὰ φροντίσει γιὰ κάτι βιοτικό.

78. ΑΤΡΟΜΗΤΗ Η ΑΓΩΝΙΖΟΜΕΝΗ ΨΥΧΗ

Δὲν πρέπει ἡ λογικὴ καὶ ἀγωνιζόμενη ψυχὴ νὰ ζαρώνει μὲ τὸ πρῶτο καὶ νὰ δειλιάζει μπροστὰ στὰ πάθη ποὺ τὴ βρίσκουν, γιὰ νὰ μὴ γίνει καταγέλαστη ἀπὸ δειλία. Διότι ὅταν ἡ ψυχὴ ταράζεται ἀπὸ τὶς ἰδιωτικὲς φαντασίες, (τὰ χάνει καὶ) ξεφεύγει ἀπὸ τὴν πρέπουσα συμπεριφορά.

Στὸ δρόμο πρὸς τὰ αἰώνια ἀγαθὰ πᾶνε μπροστά, ὡς γνωστόν, οἱ ψυχικὲς ἀρετές, ἐνῷ αἰτίες τῶν κολάσεων (πνευματικῶν καὶ δικαίων τιμωριῶν) εἶναι οἱ αὐθαίρετες κακίες τῶν ἀνθρώπων.

79. ΟΙ 5 ΑΙΣΘΗΣΕΙΣ ΚΑΙ ΤΑ 4 ΠΑΘΗ ΝΙΚΩΝΤΑΙ ΜΕ ΤΗ ΦΡΟΝΗΣΗ

Ὁ λογικὸς (πνευματικός) ἄνθρωπος πολεμεῖται ἀπὸ τὶς ὑπάρχουσες σ᾿ αὐτὸν λογικὲς αἰσθήσεις μὲ τὰ πάθη τῆς ψυχῆς.

Καὶ εἶναι οἱ αἰσθήσεις τοῦ σώματος πέντε: Ὅραση, ὄσφρηση, ἀκοή, γεύση καὶ ἁφή. διὰ μέσου τῶν πέντε αὐτῶν αἰσθήσεων, ὑποκύπτοντας στὰ τέσσερα δικά της πάθη ἡ ἄθλια ψυχὴ αἰχμαλωτίζεται ἀπ᾿ αὐτά. Τὰ τέσσαρα πάθη τῆς ψυχῆς εἶναι κενοδοξία, χαρά, θυμὸς καὶ δειλία.

Ὅταν ὅμως μὲ φρόνηση καὶ μὲ ἐπιλογισμὸ (σκέψη -διαλογισμό), στρατηγώντας καλὰ ὁ ἄνθρωπος, κυριαρχήσει καὶ νικήσει τὰ πάθη, (τότε) δὲν πολεμεῖται πλέον, ἀλλὰ εἰρηνεύει ψυχικὰ καὶ στεφανώνεται νικητὴς ἀπὸ τὸν Θεό.

80. Ο ΘΑΝΑΤΟΣ ΚΑΙ ΤΑ ΚΑΛΑ ΕΡΓΑ – ΠΑΡΑΒΟΛΗ ΤΟΥ ΠΑΝΔΟΧΕΙΟΥ

Ἀπ᾿ αὐτοὺς ποὺ μένουν στὰ πανδοχεῖα, μερικοὶ παίρνουν κρεβάτια. Ἄλλοι ὅμως, ποὺ δὲν ἔχουν κρεβάτι ἀλλὰ κοιμοῦνται χάμω στὸ ἔδαφος, παρ᾿ ὅλον τοῦτο ροχαλίζουν ὅπως ἀκριβῶς αὐτοὶ ποὺ κοιμοῦνται στὰ κρεβάτια. Κι᾿ ἀφοῦ θὰ περιμένουν νὰ περάσει τὸ σκοτάδι τῆς νύχτας, ἀφήνουν τὰ κρεβάτια τοῦ πανδοχείου ἀπὸ τὰ χαράματα καὶ βγαίνουν ὅλοι μαζί, βαστάζοντας μόνον τὰ δικά τους πράγματα.

Κατὰ τὸν ἴδιο τρόπο καὶ ὅλοι ὅσοι ἔρχονται στὴ ζωὴ καὶ ὅσοι ἔζησαν μέτρια καὶ ὅσοι ἔζησαν μὲ δόξα καὶ πλοῦτο, φεύγουν ἀπὸ τὴ ζωὴ ἀκριβῶς σὰν ἀπὸ πανδοχεῖο, χωρὶς νὰ παίρνουν μαζί τους τίποτε ἀπὸ τὴν μαλθακότητα τοῦ βίου καὶ τὸν πλοῦτο, παρὰ μόνον τὰ δικά τους ἔργα, ἢ καλὰ ἢ κακά, αὐτὰ ποὺ ἔπραξαν στὴν ζωὴ τοὺς οἱ ἴδιοι.

81. ΑΣΚΗΣΗ ΕΞΟΥΣΙΑΣ ΜΕ ΠΡΑΟΤΗΤΑ

Ὅταν κατέχεις ἀνώτερη ἐξουσία (εἶσαι ἄρχοντας ἢ διοικητής), νὰ μὴν ἀπειλήσεις μὲ θάνατο, ποτὲ καθέναν τόσο πρόχειρα, ξέροντας ὅτι ἐκ φύσεως καὶ σὺ ὑπόκεισαι στὸ θάνατο καὶ ὅτι ἡ ψυχὴ σὰν τελευταῖο χιτώνα ξεντύνεται τὸ σῶμα.

Γνωρίζοντας αὐτὸ καλά, ἐξάσκησε (τὴν ἐξουσία μέ) πραότητα καὶ κάνοντας καλὸ νὰ εὐχαριστεῖς διὰ παντὸς τὸν Θεό. Διότι ἐκεῖνος ποὺ δὲν συμπονᾶ (τοὺς ἄλλους συνανθρώπους του) δὲν ἔχει ἀρετὴ μέσα του.

82. Ο ΘΑΝΑΤΟΣ

Νὰ διαφύγῃ κανεὶς τὸ θάνατο εἶναι ἀδύνατο καὶ ἀναπόφευκτο.

Γνωρίζοντάς το αὐτὸ οἱ ἀληθινὰ λογικοὶ ἄνθρωποι καὶ γυμνασμένοι στὶς ἀρετὲς καὶ στὸν θεοφιλῆ λογισμό, δέχονται τὸ θάνατο χωρὶς στεναγμοὺς καὶ φόβο καὶ πένθος, γιατὶ θυμοῦνται ὅτι ὁ θάνατος εἶναι ἀπαραίτητος καὶ (συνεπάγεται) τὴν ἀπαλλαγὴ ἀπὸ ὅλα τὰ κακὰ τῆς ζωῆς.

83. ΝΑ ΛΥΠΟΥΜΑΣΤΕ ΤΟΥΣ ΑΔΙΑΦΟΡΟΥΣ

Αὐτοὺς ποὺ λησμονοῦν τὴ χρηστὴ καὶ ἀρεστὴ στὸ Θεὸ πολιτεία καὶ δὲν παραδέχονται τὰ ὀρθὰ καὶ θεοφιλῆ δόγματα, δὲν χρειάζεται νὰ τοὺς μισοῦμε, ἀλλὰ μᾶλλον νὰ τοὺς ἐλεοῦμε σὰν ἀνάπηρους ὡς πρὸς τὴ διάκριση καὶ τυφλοὺς ὡς πρὸς τὴν καρδιὰ καὶ τὴ διάνοια. Διότι ἐφ᾿ ὅσον δέχθηκαν τὸ κακὸ γιὰ καλό, χάνονται ἀπὸ τὴν ἀγνοία καὶ δὲν γνωρίζουν τὸ Θεὸ οἱ τρισάθλιοι καὶ ἀνόητοι ψυχικά.

84. ΟΙ ΠΟΛΛΟΙ ΔΕΝ ΚΑΤΑΝΟΟΥΝ ΤΗΝ ΕΥΣΕΒΕΙΑ

Ἀπόφευγε νὰ μιλεῖς στοὺς πολλοὺς τὰ λόγια περὶ εὐσεβείας καὶ καλῆς ζωῆς. Δὲν τὸ λέγω ἀπὸ φθόνο, ἀλλὰ νομίζω ὅτι θὰ θεωρηθεῖς ἀπὸ τοὺς ἀσυλλόγιστους ὡς καταγέλαστος. Διότι τὸ ὅμοιο μὲ τὸ ὅμοιο χαίρει καὶ τὰ λόγια αὐτὰ ἔχουν λίγους ἀκροατές, ἴσως δὲ καὶ πολὺ σπάνιους. Καλλίτερα εἶναι νὰ μὴν μιλεῖς, μήπως (οἱ λόγοι σου) δὲν φέρουν ἐκεῖνο (τὸ ἀποτέλεσμα) ποὺ θέλει ὁ Θεὸς πρὸς σωτηρία τοῦ ἀνθρώπου.

85. ΨΥΧΗ ΚΑΙ ΣΩΜΑ

Ἡ ψυχὴ συμπάσχει μὲ τὸ σῶμα (ὅταν πονᾶ), ἀλλὰ τὸ σῶμα δὲν συμπάσχει μὲ τὴν ψυχή. Ὅπως παραδείγματος χάριν, ὅταν κόβεται τὸ σῶμα, συμπάσχει καὶ ἡ ψυχὴ καὶ πάλιν, ὅταν τὸ σῶμα εἶναι εὔρωστο καὶ ὑγιαίνει, τὰ πάθη τῆς ψυχῆς εὐχαριστοῦνται μαζί του. Ἐνῷ ὅταν ἡ ψυχὴ σκέπτεται, δὲν σκέπτεται καθόλου καὶ τὸ σῶμα, ἀλλὰ μένει ἀφημένο στὸν ἑαυτό του.

Διότι ἡ διανόησις εἶναι πάθος τῆς ψυχῆς, ὅπως ἀκριβῶς καὶ ἡ ἄγνοια καὶ ἡ ὑπερηφάνεια καὶ ἡ ἀπιστία καὶ ἡ πλεονεξία καὶ τὸ μίσος καὶ ὁ φθόνος καὶ ἡ ὀργὴ καὶ ἡ ὀλιγωρία καὶ ἡ κενοδοξία καὶ ἡ τιμὴ καὶ ἡ διχόνοια καὶ ἡ αἴσθησις τοῦ ἀγαθοῦ. Διότι ὅλα αὐτὰ ἐνεργοῦνται διὰ τῆς ψυχῆς.

86. ΚΑΤΑΚΡΙΣΗ ΚΑΙ ΑΥΤΟΚΡΙΤΙΚΗ

Ἐφ᾿ ὅσον ἐννοεῖς τὰ περὶ Θεοῦ, νὰ εἶσαι εὐσεβής, χωρὶς φθόνο, ἀγαθός, σώφρων, πράος, χαριστικὸς κατὰ δύναμιν, κοινωνικός, ἀφιλόνεικος καὶ τὰ ὅμοια. Διότι αὐτὸ εἶναι τὸ ἀπαραβίαστο ἀπόκτημα τῆς ψυχῆς, νὰ ἀρέσει στὸ Θεὸ μὲ τέτοιες πράξεις καὶ μὲ τὸ νὰ μὴν κρίνει κανέναν καὶ νὰ λέει γιὰ κανέναν, ὅτι ὁ δείνα εἶναι κακὸς καὶ ἁμάρτησε. Ἀλλὰ καλλίτερο εἶναι νὰ συζητᾶμε τὰ δικά μας κακά, καὶ νὰ ἐρευνᾶμε μέσα μας τὴ δική μας πολιτεία, ἐὰν εἶναι ἀρεστὴ στὸ Θεό. Διότι, τί μας μέλει ἐμᾶς, ἐὰν ἄλλος εἶναι πονηρός;

87. ΣΗΜΑΔΙ ΣΩΖΟΜΕΝΗΣ ΨΥΧΗΣ

Ὁ ἀληθινὸς ἄνθρωπος ἐπιδιώκει νὰ εἶναι εὐσεβής. Εὐσεβὴς δὲ εἶναι ἐκεῖνος ποὺ δὲν ἐπιθυμεῖ τὰ ξένα (πράγματα). Ξένα πρὸς τὸν ἄνθρωπο εἶναι ὅλα τὰ κτιστά.

Ὅλα λοιπὸν (αὐτά) τὰ καταφρονεῖ, γιατὶ αὐτὸς εἶναι εἰκόνα τοῦ Θεοῦ. Εἰκόνα τοῦ Θεοῦ γίνεται ὁ ἄνθρωπος, ὅταν πολιτεύεται ὀρθὰ καὶ εὐάρεστα στὸ Θεό. Ἄλλωστε κι᾿ αὐτὸ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ γίνει, ἐὰν δὲν παρατήσει ὁ ἄνθρωπος τὰ βιοτικά. Ἐκεῖνος μάλιστα ποὺ ἔχει νοῦν θεοφιλῆ γνωρίζει ὅτι κάθε ψυχικὴ ὠφέλεια καὶ κάθε εὐλάβεια προέρχεται ἀπ᾿ αὐτὸ (ἀπὸ τὴν ψυχικὴ ἀνάταση ὑπεράνω τῶν βιοτικῶν).

(Ἐπίσης) ὁ θεοφιλὴς ἄνθρωπος, δὲν κατηγορεῖ κανέναν ἄλλον γιὰ ὅσα αὐτὸς ἁμαρτάνει κι᾿ αὐτὸ εἶναι σημάδι ψυχῆς ποὺ θέλει νὰ σωθεῖ.

88. Ο ΥΛΙΚΟΣ ΠΛΟΥΤΟΣ

Ὅσοι ἐπιδιώκουν τὴν πρόσκαιρη ἀπόκτηση ὑλικοῦ πλούτου μὲ βίαια μέσα καὶ ἀγαποῦν μὲ ὄρεξη τὰ ἔργα τῆς κακίας, ἐνῷ ἀγνοοῦν τὸν θάνατο καὶ τὴν ἀπώλεια τῆς ψυχῆς τους καὶ δὲν ἔχουν στόχο, οἱ ἄθλιοι, τὸ (πνευματικό) συμφέρον τους, δὲν ἀναλογίζονται τί πάσχουν ἀπὸ τὴν κακία οἱ ἄνθρωποι μετὰ θάνατον.

89. Ο ΘΕΟΣ ΑΝΑΙΤΙΟΣ ΤΗΣ ΚΑΚΙΑΣ

Ἡ κακία εἶναι πάθος τῆς ὕλης (ὑλικό). Ὁ Θεὸς δὲν εἶναι αἴτιος τῆς κακίας, ἀλλά, τὴν γνώση καὶ τὴν ἐπιστήμη καὶ τὴν ἱκανότητα νὰ διακρίνουν τὸ ἀγαθὸ καὶ τὸ κακό, καθὼς καὶ τὸ αὐτεξούσιον, τὰ ἔδωσε μὲ τὸ παραπάνω στοὺς ἀνθρώπους.

Ἐκείνα ποὺ γεννοῦν τὰ πάθη τῆς κακίας, εἶναι ἡ ἀμέλεια καὶ ἡ ὀκνηρία τῶν ἀνθρώπων· διότι ὁ Θεὸς εἶναι καθ᾿ ὁλοκληρίαν ἀναίτιος.

Ἐξ ἄλλου οἱ δαίμονες ἔγιναν πονηροὶ μὲ δική τους προαίρεση γνώμης (ἐκλογή), ὅπως ἀκριβῶς καὶ οἱ περισσότεροι τῶν ἀνθρώπων.

90. ΣΥΜΠΕΡΙΦΟΡΑ ΤΟΥ ΕΥΣΕΒΟΥΣ

Ὅποιος συζεῖ μὲ τὴν εὐσέβεια, δὲν ἐπιτρέπει στὴν κακία νὰ εἰσχωρήσει κρυφὰ μέσα στὴν ψυχή, κι᾿ ὅταν ἀπουσιάζει ἡ κακία δὲν ὑπάρχει οὔτε κίνδυνος, οὔτε βλάβη στὴν ψυχή.

Τοὺς εὐσεβεῖς, οὔτε ὁ ἀπαίσιος δαίμων, οὔτε τὸ πεπρωμένο τοὺς κυριαρχεῖ. Διότι ὁ Θεὸς τοὺς γλιτώνει ἀπὸ τὰ κακὰ καὶ ἀβλαβεῖς φυλασσόμενοι ζοῦν ἰσόθεοι (ζοῦν θεϊκὴ ζωή).

Κι᾿ ἂν κανεὶς ἐπαινέσει ἕναν τέτοιον ἄνθρωπο, (αὐτὸς δὲν δέχεται τὸν ἔπαινο καί) περιγελάει μέσα τοῦ ἐκείνους ποὺ τὸν ἐπαινοῦν. Ἐὰν πάλι τὸν κατηγορήσει κανείς, δὲν ἀπολογεῖται πρὸς τοὺς ὑβριστές του, οὔτε βεβαίως ἀγανακτεῖ πρὸς τὰ λεγόμενα ἐναντίον του.

91. ΠΩΣ ΝΑ ΑΠΟΦΥΓΟΜΕ ΤΟ ΚΑΚΟ

Τὸ κακὸ παρακολουθεῖ τὴ φύση, ὅπως τὸ δηλητήριο τὸ χάλκωμα καὶ ἡ λέρα (ἡ βρομιά) τὸ σῶμα. Ἀλλὰ οὔτε τὸ δηλητήριο (τὴν σκουριά) τὸ ἔκαμε ὁ χαλκωματᾶς, οὔτε τὴ λέρα οἱ γονεῖς (ποὺ τὸ γέννησαν). Ἔτσι οὔτε ὁ Θεὸς ἔκαμε τὴν κακία, ἀλλ᾿ ἔχει δώσει καὶ γνώση καὶ διάκριση στὸν ἄνθρωπο, γιὰ ν᾿ ἀποφεύγει τὸ κακόν, ξέροντας ὅτι βλάπτεται ἀπ᾿ αὐτὸ καὶ τιμωρεῖται.

Πρόσεχε λοιπὸν καλά, μήπως, βλέποντας κανέναν ν᾿ ἀπολαμβάνει ἐξουσία καὶ πλοῦτο, τὸν καλοτυχίσεις, διότι σοῦ φάνταξε τὰ μυαλὰ ὁ δαίμονας. Ἀλλὰ νὰ φέρνεις ἀμέσως τὸ θάνατο μπρὸς στὰ μάτια σου καὶ νὰ μὴν ἐπιθυμεῖς ποτὲ κανένα κακὸ ἢ βιοτικό.

92. ΖΩΗ – ΑΘΑΝΑΣΙΑ ΚΑΙ ΠΡΑΚΤΙΚΕΣ ΣΥΝΕΠΕΙΕΣ

Ὁ Θεός μας, τὴν ἀθανασία τὴ χάρισε στὰ οὐράνια (πνευματικά). Τὰ ἐπίγεια τὰ ἔκαμε εὐμετάβλητα. Στὸ σύμπαν δώρισε ζωὴ καὶ κίνηση. Ὅλα αὐτὰ γιὰ τὸν ἄνθρωπο.

Ἂς μὴ σὲ συναρπάζει λοιπὸν ἡ βιοτικὴ φαντασία τοῦ δαίμονος, ποὺ ὑποβάλλει τὶς πονηρὲς ἐνθυμήσεις στὴν ψυχή, ἄλλα νὰ θυμᾶσαι ἀμέσως τὰ οὐράνια ἀγαθὰ καὶ νὰ λὲς στὸν ἑαυτό σου: Ἐὰν θέλω, ἀπὸ μένα ἐξαρτᾶται νὰ νικήσω καὶ σ᾿ αὐτὸν τὸν ἀγώνα τοῦ πάθους. Δὲν θὰ νικήσω ὅμως ἐὰν θέλω νὰ ἱκανοποιήσω τὴ δική μου ὄρεξη.

Αὐτὸν λοιπὸν τὸν ἀγώνα κάνε, ὁ ὁποῖος μπορεῖ νὰ σῴζῃ τὴν ψυχή σου.

93. ΖΩΗ ΚΑΙ ΘΑΝΑΤΟΣ

Ζωὴ εἶναι ἡ ἕνωσις καὶ συνάφεια τοῦ νοῦ καὶ τῆς ψυχῆς καὶ τοῦ σώματος. Ὁ θάνατος πάλιν εἶναι, ὄχι ἀπώλεια (χάσιμο – ἐξαφάνισις) αὐτῶν (τῶν τριῶν) ποὺ ἑνώθηκαν, ἀλλὰ ἡ διάλυσις τῆς γνώσεως αὐτῶν.

94. ΕΡΓΑ ΘΕΟΦΙΛΟΥΣ ΝΟΥ

Ὁ νοῦς (ἡ φρόνησις) δὲν εἶναι ψυχή, ἀλλὰ δῶρο Θεοῦ, ποὺ σῴζει τὴν ψυχή. καὶ προτρέχει καὶ συμβουλεύει τὴν ψυχὴ ὁ νοῦς αὐτός, ποὺ εἶναι ἀρεστὸς στὸν Θεό:

  • Νὰ καταφρονήσῃ τὰ πρόσκαιρα καὶ ὑλικὰ καὶ φθαρτά,
  • Νὰ ἐρωτευθῇ τὰ αἰώνια καὶ ἄφθαρτα καὶ ἄϋλα ἀγαθά, καὶ
  • Νὰ περιπατεῖ σωματικὰ ὡς ἄνθρωπος, κατανοώντας καὶ θεωρώντας νοερὰ ὅλα τὰ οὐράνια καὶ τὰ ἀφορῶντα τὸν Θεὸ (ζητήματα).

Ἔτσι ὁ θεοφιλὴς νοῦς γίνεται εὐεργέτης καὶ σωτηρία τῆς ἀνθρώπινης ψυχῆς.

95. ΛΥΠΗ ΤΟΥ ΣΩΜΑΤΟΣ, ΣΩΤΗΡΙΑ ΤΗΣ ΨΥΧΗΣ

Ὅταν ἡ ψυχὴ ἀφομοιωθεῖ καὶ ὑποταχθεῖ στὸ σῶμα, εὐθὺς σκοτίζεται ἀπὸ τὴ λύπη καὶ τὴν ἡδονὴ καὶ χάνεται, διότι καὶ ἡ λύπη καὶ ἡ ἡδονὴ εἶναι ἀκριβῶς σὰν χυμοὶ τοῦ σώματος.

Ἀλλὰ ὁ θεοφιλὴς νοῦς, πράττοντας τὰ ἀντίθετα, λυπεῖ τὸ σῶμα καὶ σῴζει τὴν ψυχή, σὰν γιατρὸς ποὺ κόβει ἢ καίει τὰ σώματα.

96. ΨΥΧΗ ΧΩΡΙΣ ΧΑΛΙΝΑΡΙ

Ὅσες ψυχὲς δὲν πλοηγοῦνται ἀπὸ τὸ λογικὸ καὶ δὲν κυβερνῶνται ἀπὸ τὸ νοῦ, γιὰ νὰ καταπνίγουν καὶ νὰ κυριαρχοῦν καὶ νὰ κυβερνοῦν τὰ πάθη (συναισθήματα), δηλαδὴ τὴ λύπη καὶ τὴν ἡδονή, αὐτὲς οἱ ψυχὲς χάνονται ὅπως τὰ ἄλογα ζῷα, διότι παρασύρεται τὸ λογικὸ ἀπὸ τὰ πάθη, ὅπως ὁ ἁμαξηλάτης ποὺ νικήθηκε ἀπὸ τὰ ἄλογά του.

97. Η ΑΣΘΕΝΕΙΑ ΤΗΣ ΑΓΝΩΣΙΑΣ ΤΟΥ ΘΕΟΥ

Μεγίστη ἀρρώστια τῆς ψυχῆς καὶ καταστροφὴ καὶ χαμός, εἶναι νὰ μὴ γνωρίζει κανεὶς τὸν Θεό, ὁ ὁποῖος τὰ πάντα ἔφτιασε γιὰ τὸν ἄνθρωπο καὶ τοῦ δώρισε τὸ νοῦ καὶ τὸ λογικό, μὲ τὰ ὁποῖα πετώντας πρὸς τὰ ἄνω, ἑνώνεται μὲ τὸ Θεό, καταλαβαίνοντας καὶ δοξάζοντας τὸν Θεό.

98. Ο ΘΕΟΣ ΔΟΞΑΖΕΤΑΙ ΑΠΟ ΟΣΟΥΣ ΕΡΓΑΖΟΝΤΑΙ ΤΟ ΑΓΑΘΟ

Ἡ ψυχὴ εἶναι στὸ σῶμα, στὴν ψυχὴ εἶναι ὁ νοῦς καὶ στὸ νοῦ εἶναι ὁ λόγος.

(Ὅταν) μὲ αὐτὰ γίνεται ἀντιληπτὸς καὶ δοξάζεται ὁ Θεός, ἀθανατίζει τὴν ψυχή, δωρίζοντας τῆς ἀφθαρσία καὶ αἰώνια πνευματικὴ ἀπόλαυση, γιατὶ ὁ Θεὸς χάρισε σ᾿ ὅλα τὰ ποιήματα, τὴν ὕπαρξη ἀπὸ μόνη τὴν ἀγαθότητά (Του).

99. ΤΟ ΑΥΤΕΞΟΥΣΙΟ ΤΟΥ ΑΝΘΡΩΠΟΥ ΜΕΣΟΝ ΣΩΤΗΡΙΑΣ

Ὁ Θεὸς ποὺ ἔκαμε τὸν ἄνθρωπο νὰ ἐξουσιάζῃ ὁ ἴδιος τὶς σκέψεις καὶ ἀποφάσεις του (αὐτεξούσιον), ἐπειδὴ (ὁ Θεός) δὲν φθονεῖ, ἀλλὰ εἶναι ἀγαθὸς (καλός), ἔδωκε στὸν ἄνθρωπο καὶ τὴ δύναμη, ἂν θέλῃ, νὰ γίνῃ ἀρεστὸς στὸ Θεό.

Ἀρεστὸς γίνεται ὁ ἄνθρωπος στὸ Θεό, ὅταν δὲν ἔχει μέσα του κακία.

Καὶ ἐὰν οἱ ἄνθρωποι ἐπαινοῦν τὰ καλὰ ἔργα καὶ τὶς ἀρετὲς μιᾶς ψυχῆς δικαίας καὶ ἀγαπητῆς στὸ Θεὸ (θεοφιλοῦς) καὶ κατηγοροῦν τὰ κακὰ καὶ αἰσχρὰ ἔργα, πολὺ περισσότερο ὁ Θεὸς (ἐπαινεῖ καὶ βραβεύει τὰ καλὰ καὶ τιμωρεῖ τὰ κακὰ ἔργα), γιατὶ θέλει ὅλοι οἱ ἄνθρωποι νὰ σωθοῦν.

100. ΠΡΟΕΛΕΥΣΗ ΤΩΝ ΚΑΛΩΝ ΚΑΙ ΤΩΝ ΚΑΚΩΝ

Ὁ ἄνθρωπος, ὅτι καλὸ καὶ ἀγαθὸ ἔργο ἔχει καὶ πράττει, εἶναι ἀπὸ τὸν Θεό, (ὁ ὁποῖος εἶναι πηγὴ τοῦ ἀγαθοῦ), γι᾿ αὐτὸ καὶ ἔκαμε τὸν ἄνθρωπο (νὰ εἶναι κι᾿ αὐτὸς ἀγαθός).

Ὁ ἄνθρωπος, ὅτι κακὸ ἔργο κάνει, εἶναι δικό του εὕρημα καὶ πηγάζει ἀπὸ τὴν κακία ποὺ καλλιέργησε μέσα του καὶ ἀπὸ τὶς (κακές) ἐπιθυμίες (μὲ τὶς ὁποῖες) ἔχασε τὴν αἴσθηση τοῦ καλοῦ.

101. Η ΑΛΟΓΗ ΨΥΧΗ ΓΙΝΕΤΑΙ ΔΟΥΛΗ ΣΤΟ ΣΩΜΑ

Ἡ ψυχή, τῆς ὁποίας τὸ λογικὸ (ἡ ὀρθὴ σκέψις) νικήθηκε καὶ παρεσύρθη (ἀπὸ τὶς ἡδονές), ἐνῷ εἶναι ἀθάνατη καὶ (πρέπει νὰ εἶναι) κυρία τοῦ σώματος, γίνεται δούλη στὸ σῶμα της μὲ τὶς ἡδονές, χωρὶς νὰ καταλαβαίνει ὅτι ἡ καλοπέραση καὶ ἡ πολλὴ φροντίδα τοῦ σώματος, βλάπτει (θανάσιμα) τὴν ψυχή. Ἀναίσθητη τότε (στὸ καλό) καὶ σὰν μωρὴ (πλέον) φροντίζει (μόνον) γιὰ τὴν τροφὴ τοῦ σώματος.

102. Η ΓΝΩΣΙΣ ΤΟΥ ΘΕΟΥ

Ὁ Θεὸς εἶναι ἀγαθός. Ὁ ἄνθρωπος εἶναι πονηρός. Τίποτε κακὸ στὸν οὐρανό, τίποτε καλὸ στὴ γῆ. Ὁ λογικὸς ἄνθρωπος ὅμως διαλέγει τὸ καλλίτερο καὶ (ἔτσι) γνωρίζει τὸν Θεὸ τῶν ὅλων καὶ τὸν εὐχαριστεῖ καὶ τὸν ὑμνεῖ, καὶ πρὶν πεθάνει περιφρονεῖ τὸ σῶμα καὶ τὸ ἐμποδίζει νὰ πραγματοποίηση τὶς πονηρὲς αἰσθήσεις, γιατὶ γνωρίζει τὴν καταστρεπτική τους ἐνέργεια, δηλαδὴ πὼς θὰ χαθεῖ αἰώνια.

103. Η ΠΛΕΟΝΕΞΙΑ ΕΙΝΑΙ ΑΝΟΗΣΙ

Ὁ πονηρὸς ἄνθρωπος ἀγαπᾶ τὴν πλεονεξία καὶ καταφρονεῖ τὴ δικαιοσύνη, χωρὶς οὔτε νὰ λογαριάζει τὸ ἀβέβαιο, τὸ ἄστατο καὶ τὸ ὀλιγοχρόνιο τῆς ζωῆς του, οὔτε νὰ ἐνθυμεῖται τὸ ἀδωροδόκητο καὶ ἀναπόφευκτο τοῦ θανάτου. Κι᾿ ἂν καταντήσει αἰσχρὸς καὶ ἀνόητος γέρος, εἶναι σὰν τὸ σάπιο ξύλο, τελείως ἄχρηστος γιὰ ὁ,τιδήποτε.

104. ΠΕΡΙΦΡΟΝΗΣΗ ΤΩΝ ΠΡΟΣΚΑΙΡΩΝ

Μόνον ὅταν δοκιμάζουμε λύπη, τότε αἰσθανόμεθα τὶς ἡδονὲς καὶ τὴ χαρά. Ὅπως, ἂν δὲν διψάσει κανείς, δὲν νοιώθει εὐχαρίστηση ὅταν πίνει, οὔτε τρώγει μὲ εὐχαρίστηση ἂν δὲν πεινάσει, οὔτε κοιμᾶται εὐχάριστα ἂν δὲν νυστάξει πολύ, οὔτε νοιώθει τὴ χαρά, ἂν πρωτύτερα δὲν λυπηθεῖ. Ἔτσι, οὔτε τὰ αἰώνια ἀγαθὰ θὰ ἀπολαύσομε, ἂν δὲν καταφρονήσουμε τὰ ὀλιγοχρόνια.

105. Ο ΛΟΓΟΣ ΥΠΗΡΕΤΗΣ ΤΟΥ ΝΟΥ

Ὁ λόγος εἶναι ὑπηρέτης τοῦ νοῦ. Διότι ἐκεῖνο ποὺ θέλει ὁ νοῦς αὐτὸ καὶ ἐξηγεῖ ὁ λόγος.

106. Ο ΝΟΥΣ ΠΑΝΤΕΠΟΠΤΗΣ

Ὁ νοῦς βλέπει τὰ πάντα, ἀκόμη καὶ τὰ οὐράνια πράγματα. Τίποτε δὲν τὸν σκοτίζει, παρὰ μόνον ἡ ἁμαρτία. Στὸν καθαρὸ νοῦ τίποτε δὲν εἶναι ἀκατάληπτο, καθὼς καὶ στὸ λόγο τίποτε δὲν εἶναι ἀνείπωτο.

107. Η ΑΘΑΝΑΣΙΑ ΤΟΥ ΝΟΥ

Κατὰ τὸ σῶμα ὁ ἄνθρωπος εἶναι θνητός, ἀλλὰ ὡς πρὸς τὸ νοῦ καὶ τὸ λόγο εἶναι ἀθάνατος. Ὅταν σιωπᾶς, νοεῖς καὶ ἀφοῦ νοήσεις λαλεῖς (δηλαδὴ ὅταν μὲ τὸ νοῦ σκεφθεῖς ἕνα πράγμα, τότε μπορεῖς νὰ τὸ ἐξωτερικεύσεις μὲ τὸ λόγο). Διότι μὲ τὴ σιωπὴ ὁ νοῦς γεννᾶ τὸ λόγο. Ὅταν προσφέρεται εὐχάριστος λόγος στὸ Θεό, ἀποτελεῖ τοῦτο σωτηρία τοῦ ἀνθρώπου.

108. ΑΣΥΛΛΟΓΙΣΤΕΣ ΟΜΙΛΙΕΣ

Ὅποιος λαλεῖ ἀκαταλόγιστα, δὲν ἔχει νοῦ. Διότι ἐνῷ δὲν καταλαβαίνει τίποτα, ὅμως ὁμιλεῖ. Ἀλλὰ σὺ ἐξέτασε (ὄχι τί θὰ πεῖς ἄλλα) τί σὲ συμφέρει νὰ πράττῃς πρὸς σωτηρία τῆς ψυχῆς.

109. ΟΙ ΨΥΧΩΦΕΛΕΙΣ ΛΟΓΟΙ, ΔΩΡΟ ΘΕΟΥ

Ὁ λόγος ποὺ ἔχει νόημα (πνευματικό) καὶ εἶναι ψυχωφελὴς εἶναι δῶρο Θεοῦ, καθὼς βέβαια καὶ ὁ λόγος, ὁ γεμάτος φλυαρίες καὶ ποὺ ζητεῖ τὰ μέτρα τοῦ οὐρανοῦ καὶ τῆς γῆς καὶ τοῦ διαστήματος καὶ τὰ μεγέθη τοῦ ἡλίου καὶ τῶν ἄστρων, εἶναι εὕρημα ἀνθρώπου ποὺ ματαιοπονεῖ. Γιατὶ ζητεῖ μάταια καὶ μὲ ὑπερηφάνεια αὐτὰ ποὺ δὲν ὠφελοῦν σὲ τίποτα, σὰν νὰ θέλει νὰ κουβαλήσει νερὸ μὲ τὸ κόσκινο.

Αὐτὰ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ τὰ βροῦν οἱ ἄνθρωποι.

110. ΑΠΕΡΙΟΡΙΣΤΟΣ ΚΑΙ ΠΑΝΤΑΧΟΥ ΠΑΡΩΝ Ο ΘΕΟΣ

Κανεὶς (ἄλλος) δὲν βλέπει τὸν οὐρανό, οὔτε μπορεῖ νὰ ἐννοήσει τὰ οὐράνια πράγματα, παρὰ μόνον ὁ ἄνθρωπος ποὺ φροντίζει γιὰ ἐνάρετη ζωὴ καὶ κατανοεῖ καὶ δοξάζει τὸν ποιήσαντα αὐτὰ γιὰ σωτηρία καὶ ζωὴ τοῦ ἀνθρώπου.

Διότι ἕνας τέτοιος καὶ θεοφιλὴς ἄνθρωπος, γνωρίζει ἀσφαλῶς ὅτι, χωρὶς τὸ Θεό, τίποτε δὲν ὑπάρχει. Ἀλλὰ πανταχοῦ καὶ σ᾿ ὅλα (τὰ ποιήματα) εἶναι Αὐτὸς ὁ ἀπεριόριστος Θεός.

111. ΠΟΛΙΤΕΙΑ ΕΥΣΕΒΟΥΣ ΨΥΧΗΣ

Ὅπως ἀπὸ τὴν κοιλιὰ τῆς μητέρας του βγαίνει ὁ ἄνθρωπος, ἔτσι καὶ ἡ ψυχὴ βγαίνει γυμνὴ ἀπὸ τὸ σῶμα. Ἄλλη μὲν καθαρὴ καὶ φωτεινή, ἄλλη μὲ κηλίδες καὶ λεκέδες (σπίλους) ἀπὸ τὰ πταίσματα καὶ ἄλλη μαύρη ἀπὸ τὰ πολλὰ παραπτώματα.

Γι᾿ αὐτὸ ἡ λογικὴ καὶ θεοφιλὴς ψυχή, σὰν θυμᾶται καὶ ὑπολογίζει τὰ μετὰ θάνατον κακά, πολιτεύεται (ἐδῶ) εὐσεβῶς, γιὰ νὰ μὴν καταδικασθεῖ ἀπ᾿ αὐτὰ καὶ τὴ ρίξουν (στὴν κόλαση). Διότι οἱ ἄπιστοι καὶ ἀσεβοῦν καὶ ἁμαρτάνουν, μὲ τὸ νὰ καταφρονοῦν τὰ μετὰ θάνατον, οἱ ψυχικὰ ἀνόητοι.

112. ΛΗΘΗ ΘΑΝΑΤΟΥ

Ὅπως σὰν βγεῖς ἀπὸ τὴ μητρικὴ κοιλιὰ δὲν θυμᾶσαι τίποτα ἀπὸ τὰ ὑπάρχοντα στὴν κοιλιά, ἔτσι κι ὅταν βγεῖς ἀπὸ τὸ σῶμα δὲν θυμᾶσαι τίποτε ἀπὸ τὰ σωματικά.

113. Η ΑΦΘΑΡΣΙΑ ΤΩΝ ΚΑΘΑΡΩΝ ΨΥΧΩΝ

Ὅπως μετὰ ποὺ βγῆκες ἀπὸ τὴν κοιλιὰ (τῆς μάνας σου) ἔγινες μεγαλύτερος καὶ καλλίτερος στὸ σῶμα, ἔτσι καὶ σὰν βγεῖς καθαρὸς καὶ ἄσπιλος ἀπὸ τὸ σῶμα, θὰ εἶσαι ἀνώτερος καὶ ἄφθαρτος καὶ θὰ ζεῖς στοὺς οὐρανούς.

114. Η ΕΞΟΔΟΣ ΤΗΣ ΨΥΧΗΣ

Ὅπως ὅταν τελειωθεῖ μέσα στὴν κοιλιὰ τὸ σῶμα, εἶναι ἀνάγκη νὰ γεννηθεῖ, ἔτσι καὶ ἡ ψυχή, ὅταν ἐκπληρώσει τοὺς ὅρους ποὺ ὅρισε ὁ Θεός, εἶναι ἀνάγκη νὰ βγεῖ ἀπὸ τὸ σῶμα.

115. ΚΑΤΑΧΡΗΣΗ ΣΩΜΑΤΟΣ-ΚΑΤΑΔ1ΚΗ ΨΥΧΗΣ

Ὅπως θὰ χρησιμοποιήσῃς τὴν ψυχὴ ὅταν εἶσαι μέσα στὸ σῶμα, κατὰ τὸν ἴδιο τρόπο καὶ αὐτὴ θὰ χρησιμοποιήσει ἐσένα ὅταν ἐξέλθει ἀπὸ τὸ σῶμα. Ὅποιος χρησιμοποιήσῃ τὸ σῶμα καλὰ καὶ ἀπολαυστικὰ ἐδῶ, αὐτὸς ἔκανε κακὴ χρήση τοῦ ἐαυτοῦ του γιὰ τὰ μετὰ θάνατον. Διότι ἔτσι καταδίκασε σὰν ἀνόητος τὴν ψυχή του.

116. Η ΑΤΕΛΗΣ ΨΥΧΗ

Ὅπως τὸ σῶμα, ὅταν βγεῖ ἀτελὲς ἀπὸ τὴν κοιλιὰ δὲν μπορεῖ νὰ ἀνατραφεῖ, ἔτσι καὶ ἡ ψυχή, ὅταν βγεῖ χωρὶς νἄχῃ κατορθώσει νὰ γνωρίσει τὸ Θεὸ μὲ τὴ χρηστὴ πολιτεία, δὲν μπορεῖ νὰ σωθεῖ ἢ νὰ ἑνωθεῖ μὲ τὸν Θεό.

117. Η ΕΓΚΡΑΤΕΙΑ ΣΩΖΕΙ ΤΗΝ ΨΥΧΗ

Τὸ σῶμα, ἑνωμένο μὲ τὴν ψυχή, βγαίνει ἀπὸ τὸ σκότος τῆς κοιλίας στὸ φῶς. Ἡ δὲ ψυχή, ἑνωμένη μὲ τὸ σῶμα, δένεται μαζί του στὸ σκοτάδι τοῦ σώματος. Γι᾿ αὐτὸ πρέπει κανεὶς νὰ μισῇ καὶ νὰ παιδεύῃ τὸ σῶμα, σὰν ἐχθρὸ καὶ πολέμιο τῆς ψυχῆς. Διότι τὸ πλῆθος τῶν φαγητῶν καὶ τῆς καλοφαγίας διεγείρει (ξεσηκώνει) τὰ πάθη τῆς κακίας στοὺς ἀνθρώπους. Μόνον ἡ ἐγκράτεια τῆς κοιλίας ταπεινώνει τὰ πάθη καὶ σῴζει τὴν ψυχή.

118. Ο ΝΟΥΣ ΟΡΑΣΗ ΤΗΣ ΨΥΧΗΣ

Ἡ δράση τοῦ σώματος εἶναι τὰ μάτια καὶ ἡ δράσης τῆς ψυχῆς εἶναι ὁ νοῦς. καὶ ὅπως τὸ σῶμα, ἂν δὲν ἔχει μάτια, εἶναι τυφλὸ καὶ δὲν βλέπει οὔτε τὸν ἥλιο ποὺ καταφωτίζει ὅλη τὴ γῆ καὶ τὴ θάλασσα, οὔτε μπορεῖ νὰ ἀπολαύσει τὸ φῶς ἔτσι καὶ ἡ ψυχή, ἐὰν δὲν ἔχει νοῦν ἀγαθὸν καὶ χρηστὴ πολιτεία, εἶναι τυφλή, καὶ τὸ Θεό, τὸν ποιητὴ καὶ εὐεργέτη τῶν ὅλων, δὲν τὸν κατανοεῖ, οὔτε τὸν δοξάζει, οὔτε μπορεῖ νὰ ἀπολαύσει τὴ δική Του ἀφθαρσία καὶ τὰ αἰώνια ἀγαθά.

119. ΑΙΤΙΑ ΤΗΣ ΑΓΝΩΣΙΑΣ ΤΟΥ ΘΕΟΥ

Ἀναισθησία καὶ μωρία τῆς ψυχῆς εἶναι ἡ ἀγνωσία τοῦ Θεοῦ, διότι τὸ κακὸ γεννᾶται ἀπὸ τὴν ἀγνωσία, τὸ δὲ ἀγαθὸν προσγίνεται στοὺς ἀνθρώπους ἀπὸ τὴ γνώση τοῦ Θεοῦ καὶ σῴζει τὴν ψυχή.

Ἐὰν λοιπὸν ἐπιδιώκεις πρόθυμα νὰ μὴν κάνης τὰ δικά σου θελήματα καὶ διατηρεῖς ξάστερο τὸ μυαλό σου καὶ γνωρίζεις τὸ Θεό, τότε ἔχεις τὸ νοῦ σου στὶς ἀρετές. Ἐὰν ἐπιδιώκεις νὰ κάνης τὰ πονηρὰ θελήματά σου γιὰ ἡδονή, μεθᾶς ἔτσι μέσα σὲ ἄγνοια τοῦ Θεοῦ καὶ χάνεσαι, ὅπως τὰ ἄλογα ζῷα, χωρὶς νὰ θυμᾶσαι τὰ κακὰ ποὺ θὰ σοῦ συμβοῦν μετὰ θάνατον.

120. ΠΡΟΝΟΙΑ ΚΑΙ ΝΟΜΟΣ

Πρόνοια εἶναι ἐκεῖνα ποὺ γίνονται ἀπὸ θεία ἀνάγκη, ὅπως τὸ νὰ ἀνατέλλει καὶ νὰ βασιλεύει κάθε μέρα ὁ ἥλιος καὶ νὰ καρποφορεῖ ἡ γῆ. Ἔτσι καὶ νόμος λέγεται ὅτι γίνεται ἀπὸ ἀνάγκη. Ὅλα ὅμως ἔγιναν γιὰ τὸν ἄνθρωπο.

Από το βιβλίο “Ο Μέγας Αντώνιος”, Εκδόσεις Β. Ρηγοπούλου.

Πηγή Άλοψις