Παραινέσεις του Μεγάλου Αντωνίου εκ της Φιλοκαλίας των Ιερών Νηπτικών (Μέρος 1ο)

Μέρος 1ο

1. Η ΛΟΓΙΚΗ ΤΗΣ ΘΕΟΣΕΒΕΙΑΣ

Οἱ ἄνθρωποι καταχρηστικὰ λέγονται λογικοί. Δὲν εἶναι λογικοὶ ὅσοι ἔμαθαν ἁπλῶς τὰ λόγια καὶ τὰ βιβλία τῶν ἀρχαίων σοφῶν, ἀλλ᾿ ὅσοι ἔχουν τὴ λογικὴ ψυχὴ καὶ μποροῦν νὰ διακρίνουν ποιὸ εἶναι τὸ καλὸ καὶ ποιὸ τὸ κακὸ καὶ ἀποφεύγουν τὰ πονηρὰ καὶ βλαβερὰ στὴν ψυχή, τὰ δὲ ἀγαθὰ καὶ ψυχωφελῆ, τὰ ἀποκτοῦν πρόθυμα μὲ τὴ μελέτη καὶ τὰ ἐφαρμόζουν μὲ πολλὴ εὐχαριστία πρὸς τὸν Θεό. Αὐτοὶ μόνοι πρέπει νὰ λέγονται ἀληθινὰ λογικοὶ ἄνθρωποι.

2. Ο ΑΛΗΘΙΝΑ ΛΟΓΙΚΟΣ ΑΝΘΡΩΠΟΣ

Ὁ ἀληθινὰ λογικὸς ἄνθρωπος ἕνα μόνο ζῆλο ἔχει: νὰ πείθεται καὶ νὰ ἀρέσει στὸ Θεὸ τῶν ὅλων.

Σ᾿ αὐτὸ καὶ μόνον πρέπει νὰ ἐκπαιδεύει τὴν ψυχή του, ὥστε ν᾿ ἀρέσει στὸ Θεό, εὐχαριστώντας γιὰ τὴν τόσο μεγάλη Του πρόνοια καὶ ρύθμιση τῶν ὅλων, ὁτιδήποτε κι᾿ ἂν τοῦ τύχη στὴ ζωή του.

Γιατὶ εἶναι ἄτοπο, τοὺς μὲν Ἰατρούς, ποὺ μᾶς δίδουν καὶ πικρὰ καὶ δυσάρεστα φάρμακα, νὰ τοὺς εὐχαριστοῦμε γιὰ τὴν ὑγεία τοῦ σώματός μας, πρὸς τὸν Θεὸν δὲ νὰ εἴμαστε ἀχάριστοι, γιὰ τὰ πράγματα ποὺ μᾶς φαίνονται δυσάρεστα καὶ δύσκολα καὶ νὰ μὴν γνωρίζομε, ὅτι ὅλα γίνονται ὅπως πρέπει καὶ πρὸς τὸ συμφέρον μας κατὰ τὴν Πρόνοιά Του.

Ἡ γνώσις (τοῦ θελήματος τοῦ Θεοῦ) καὶ ἡ πίστη στὸ Θεό, εἶναι ἡ σωτηρία καὶ ἡ τελειότης τῆς ψυχῆς.

3. ΟΙ ΜΕΓΙΣΤΕΣ ΔΥΝΑΜΕΙΣ ΜΑΣ

Τὴν ἐγκράτεια, τὴν ἀνεξικακία, τὴν σωφροσύνη, τὴν καρτερία, τὴν ὑπομονὴ καὶ τὰ ὅμοιά τους, τὶς ἔχουμε πάρει σὰν μέγιστες καὶ ἐνάρετες δυνάμεις ἀπὸ τὸ Θεό. Αὐτὲς ἀντιπαρατάσσονται καὶ ἀντιστέκονται καὶ βοηθοῦν σὲ ὅλες ἐκεῖνες τὶς δυσκολίες ποὺ προέρχονται ἐκεῖθεν (ἀπὸ τὸν ἀντικείμενων ἐχθρὸ – τὸν διάβολο).

Ἐὰν τὶς γυμνάζομε καὶ τὶς ἔχομε πρόχειρες τὶς δυνάμεις αὐτές, τότε πιὰ τίποτε δὲν φαίνεται νὰ μᾶς γίνεται δύσκολο ἢ ὀδυνηρὸ ἢ ἀφόρητο, γιατὶ ἀναλογιζόμαστε πὼς ὅλα εἶναι ἀνθρώπινα καὶ νικῶνται ἀπὸ τὶς (παραπάνω) ἀρετὲς ποὺ ἔχομε μέσα μας.

Αὐτὸ δὲν τὸ σκέπτονται οἱ ψυχικὰ ἀνόητοι. Διότι οὔτε κἂν λογαριάζουν πὼς ὅλα γίνονται καλὰ καὶ ὅπως πρέπει πρὸς τὸ συμφέρον μας, γιὰ νὰ λάμψουν τελείως οἱ ἀρετὲς καὶ νὰ στεφανωθοῦμε (βραβευθοῦμε) ἀπὸ τὸ Θεό.

4. Η ΕΠΙΘΥΜΙΑ ΤΟΥ ΧΡΗΜΑΤΟΣ

(Θὰ εἶσαι πνευματικὸς ἄνθρωπος), ὅταν λογαριάζεις γιὰ φαντασία καὶ μόνον καὶ μάλιστα ὀλιγοχρόνια τὴν ἀπόκτηση χρημάτων καὶ τὴν ἄφθονη χρησιμοποίησή τους καὶ ὅταν γνωρίζεις ὅτι ἡ ἐνάρετη καὶ ἀρεστὴ στὸ Θεὸ πολιτεία διαφέρει πολὺ ἀπὸ τὸν πλοῦτο.

Ὅταν τὸ μελετᾶς αὐτό, ἀσφαλῶς καὶ τὸ διατηρεῖς στὴ μνήμη σου, δὲν θὰ στενάξεις, δὲν θὰ θρηνήσεις καὶ δὲν θὰ κατηγορήσεις κανέναν, ἀλλὰ γιὰ ὅλα θὰ εὐχαριστήσεις τὸ Θεό, βλέποντας τοὺς χειρότερους ἀπὸ σένα νὰ στηρίζονται στὰ λόγια καὶ στὰ χρήματα.

(Ἔχε ὑπ᾿ ὄψη σου, ὅτι τὰ χρήματα) εἶναι τὸ χειρότερο πάθος τῆς ψυχῆς, καθὼς καὶ ἡ ἐπιθυμία, ἡ δόξα καὶ ἡ ἄγνοια.

5. ΤΙ ΚΑΝΕΙ Ο ΛΟΓΙΚΟΣ ΑΝΘΡΩΠΟΣ

Ὁ λογικὸς ἄνθρωπος ἐξετάζοντας τὸν ἑαυτό του, δοκιμάζει ποιὰ πράγματα τοῦ πρέπουν καὶ τὸν συμφέρουν, ποιὰ εἶναι ζητήματα τῆς ψυχῆς καὶ ὠφέλιμα καὶ ποιὰ ξένα πρὸς τὴν ψυχή. Ἔτσι ἀποφεύγει ὅσα βλάπτουν τὴν ψυχή, διότι τοῦ εἶναι ξένα καὶ τὸν χωρίζουν ἀπὸ τὴν ἀθανασία.

6. ΤΟ ΜΥΣΤΙΚΟ ΤΗΣ ΕΥΤΥΧΙΑΣ Η ΜΕΤΡΙΑ ΖΩΗ

Ὅσον μετριότερα ζεῖ κανείς, τόσο εὐτυχέστερος εἶναι (εὐδαίμων), γιατὶ δὲν φροντίζει γιὰ πολλά, γιὰ δούλους, γεωργοὺς καὶ ν᾿ ἀποκτήσει ζῷα.

Διότι ὅταν προσηλωνόμαστε σ᾿ αὐτὰ καὶ περιπέσομε ἀργότερα στὶς δυσχέρειες ποὺ τὰ ἐπακολουθοῦν, κατηγοροῦμε τὸ Θεὸ (ὡς αἴτιον).

Ἀπὸ τὴν αὐθαίρετη αὐτὴ ἐπιθυμία μας (τὸν πλοῦτο), ποτίζεται ὁ θάνατος καὶ ἔτσι πλανημένοι μένομε στὸ σκοτάδι τῆς ἁμαρτωλῆς ζωῆς, χωρὶς νὰ μποροῦμε νὰ ἀναγνωρίσουμε τοὺς ἑαυτούς μας.

7. ΔΥΣΚΟΛΗ ΑΛΛΑ ΚΑΤΟΡΘΩΤΗ Η ΑΡΕΤΗ

Πρέπει νὰ μὴ λέμε ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν στὸν ἄνθρωπο νὰ ἐπιτύχει ἐνάρετο βίο, ἀλλὰ μόνον ὅτι δὲν εἶναι εὔκολο. Οὔτε εἶναι εὔκολο νὰ τὸ ἀντιληφθοῦν αὐτὸ οἱ τυχόντες ἄνθρωποι. Συμμετέχουν σὲ ἐνάρετη ζωὴ ὅσοι εἶναι εὐσεβεῖς καὶ ἔχουν νοῦν θεοφιλῆ (ποὺ σκέπτονται ὅπως ἀρέσει στὸ Θεό). Γιατὶ ὁ κοινὸς νοῦς, εἶναι κοσμικὸς (σκέπτεται κατὰ τὸ θέλημα τοῦ ἀνθρώπου) καὶ εὐμετάβολος, ποὺ παρέχει νοήματα ἀγαθὰ καὶ κακά, ἀφοῦ ἐπηρεάζεται ἀπὸ τὰ φυσικὰ πράγματα καὶ ρέπει πρὸς τὴν ὕλη.

Ἐνῷ ὁ θεοφιλὴς νοῦς, τιμωρεῖ τὴν κακία τὴν ὁποία ἐνσωματώνονται αὐτοπροαίρετα οἱ ἄνθρωποι ἀπὸ ρᾳθυμία.

8. ΟΙ ΑΠΑΙΔΕΥΤΟΙ

Οἱ ἀγράμματοι καὶ ἀκαλλιέργητοι ἄνθρωποι, θεωροῦν τὰ λόγια γελοῖο πρᾶγμα καὶ δὲν θέλουν νὰ τ᾿ ἀκοῦνε, ἐπειδὴ ἐλέγχεται ἡ ἀγραμματοσύνη τους καὶ θέλουν νὰ εἶναι ὅλοι ὅμοιοί τους.

Κατὰ τὸν ἴδιο τρόπο καὶ ὅσοι ζοῦν καὶ συμπεριφέρονται ἀκόλαστα, φροντίζουν (νὰ ἀποδείξουν) ὅτι ὅλοι εἶναι χειρότεροί τους, νομίζοντας πὼς ἀπὸ τὸ πλῆθος τῶν κακῶν θὰ ἐπιτύχουν τὸ ἀκατηγόρητο γιὰ τοὺς ἑαυτούς των.

Ἡ ἄτονη (χαλαρὴ καὶ νωθρή) ψυχή (τους) θολώνει ἀπὸ τὴν κακία ποὺ περιλαμβάνει ἀσωτία, ὑπερηφάνεια, ἀπληστία, ὀργή, προπέτεια, λύσσα, φόνο, ὀδυρμό, φθόνο, πλεονεξία, ἁρπαγή, πόνο, ψεῦδος, ἡδονή, ὀκνηρία, λύπη, δειλία, ἀρρώστια, μίσος, κατηγορία, ἀδυναμία, πλάνη, ἄγνοια, ἀπάτη, λήθη Θεοῦ.

Μὲ τέτοια καὶ παρόμοια (κακίες) τιμωρεῖται ἡ ἄθλια ψυχὴ ποὺ χωρίζει τὸν ἑαυτό της ἀπὸ τὸ Θεό.

9. ΚΡΙΤΗΡΙΑ ΑΡΕΤΗΣ

Αὐτοὶ ποὺ λένε ὅτι θέλουν νὰ ζήσουν τὴν ἐνάρετη καὶ εὐλαβῆ καὶ ἔνδοξη ζωή, δὲν πρέπει νὰ κρίνονται ἀπὸ τὸ πλαστὸ ἦθος (ἐξωτερικὴ συμπεριφορά), οὔτε ἀπὸ τὴν ψεύτικη πολιτεία, ἀλλὰ νὰ κρίνονται ἀπὸ τὰ ἴδια τὰ ἔργα τους, ὅπως οἱ τεχνίτες, ζωγράφοι καὶ ἀνδριαντοπλάστες, διότι αὐτὰ δείχνουν θετικὰ τὴν ἐνάρετη καὶ θεοφιλῆ πολιτεία τους καὶ ἀπὸ τὸ ἐὰν ἀποστρέφονται σὰν παγίδες ὅλες τὶς πονηρὲς ἡδονὲς (πράγμα ποὺ δείχνει ἀρνητικὰ τὴν ἐνάρετη πολιτεία τους).

10. Ο ΠΛΟΥΣΙΟΣ ΚΑΙ ΕΥΓΕΝΗΣ

Ἀπ᾿ αὐτοὺς ποὺ σκέπτονται σωστά, θεωρεῖται κακότυχος ὁ πλούσιος καὶ εὐγενής, ὅταν δὲν ἔχει καλλιέργεια ψυχικὴ καὶ ὅλες του βίου τὶς ἀρετές.

Ὅπως (ἀντίθετα) ὁ φτωχὸς καὶ τυχὸν δοῦλος θεωρεῖται εὐτυχής, ἂν εἶναι στολισμένος μὲ παίδευση (τῆς ψυχῆς) καὶ μὲ ἀρετὴ τοῦ (βίου.)

Ὅπως περιπλανῶνται οἱ ξένοι στοὺς δρόμους, ἔτσι καταστρέφονται καὶ χάνονται, πλανεμένοι ἀπὸ τὶς ἐπιθυμίες καὶ ὅσοι δὲν δείχνουν ἐπιμέλεια γιὰ ἐνάρετη ζωή.

11. Ο ΑΝΘΡΩΠΟΠΟΙΟΣ

Ἀνθρωποποιὸς πρέπει νὰ λέγεται αὐτὸς ποὺ μπορεῖ τοὺς ἀπαίδευτους νὰ τοὺς ἡμερώσει, γιὰ ν᾿ ἀγαπήσουν τὰ ἔργα τοῦ λόγου καὶ τὴν παιδεία.

Κατὰ τὸν ἴδιο τρόπο κι᾿ ἐκεῖνοι ποὺ ἀναμορφώνουν αὐτοὺς ποὺ ζοῦν ἀκόλαστη ζωὴ καὶ τοὺς μεταστρέφουν στὴν ἐνάρετη καὶ ἀρεστὴ στὸ Θεὸ διαγωγή, πρέπει νὰ λέγονται ἀνθρωποποιεῖ, ἀφοῦ ἀναπλάθουν τοὺς ἀνθρώπους.

Διότι πραότης καὶ ἐγκράτεια, εἶναι ἡ εὐτυχία καὶ ἀγαθὴ ἐλπίδα στὶς ψυχὲς τῶν ἀνθρώπων.

12. ΠΩΣ ΝΟΙΩΘΟΥΜΕ ΤΑ ΠΕΡΙ ΘΕΟΥ

Πρέπει οἱ ἄνθρωποι στὰ ἤθη καὶ τὴν πολιτεία τους, νὰ συμπεριφέρονται ἀληθινά, ὅπως ἀξίζει. Διότι ὅταν κατορθωθεῖ αὐτό, εὔκολα κατανοοῦνται καὶ τὰ περὶ Θεοῦ. Διότι (τότε καταλαβαίναμε ὅτι) ὅποιος σέβεται τὸ Θεὸ μὲ ὅλη του τὴν καρδιὰ καὶ τὴν πίστη, λαμβάνεται πρόνοια παρὰ τοῦ Θεοῦ νὰ κυριαρχεῖ τοῦ θυμοῦ καὶ τῆς ἐπιθυμίας. Διότι ὅλων τῶν κακῶν αἴτια (συνεπῶς καὶ τῆς κακῆς συμπεριφορᾶς) εἶναι ἡ ἐπιθυμία καὶ ὁ θυμός.

13. ΑΝΘΡΩΠΟΣ ΚΑΙ ΑΠΑΝΘΡΩΠΟΣ

Ἄνθρωπος λέγεται ἢ ὁ λογικὸς ἢ ἐκεῖνος ποὺ ἀνέχεται (δέχεται) νὰ διορθωθεῖ. Ὁ ἀδιόρθωτος καλεῖται ἀπάνθρωπος, διότι αὐτὸ (ἡ ἀδιορθωσιά) εἶναι χαρακτηριστικὸ τῶν ἀπάνθρωπων. Κάτι τέτοιους καλὸν εἶναι νὰ τοὺς ἀποφεύγομε. Γιατὶ αὐτοὶ ποὺ συζοῦν μὲ τὴν κακία, δὲν ἐπιτρέπεται νὰ καταταγοῦν ποτὲ μεταξὺ τῶν ἀθανάτων (πνευματικῶν ἀνθρώπων – ἡ κακία εἶναι ὑλική, θνητὴ κατάσταση).

14. ΑΝΘΡΩΠΟΣ ΚΑΙ ΛΟΓΙΚΟ

Αὐτὸ ποὺ μᾶς κάνει ἄξιους νὰ ὀνομαζώμεθα ἄνθρωποι, εἶναι νὰ ἔχομε μαζί μας παροῦσα τὴν ἀληθινὴ λογική. Ὅταν μᾶς λείπει τὸ λογικό, τότε διαφέρομε ἀπὸ τὰ ἄλογα ζῷα, μόνον ὡς πρὸς τὴν διάπλαση τοῦ σώματος καὶ τὴ φωνή. Ἂς ἀναγνωρίσει λοιπὸν ὁ μυαλωμένος ἄνθρωπος, ὅτι (ἐξ αἰτίας τοῦ λογικοῦ, τοῦ πνευματικοῦ του μέρους) εἶναι ἀθάνατος καὶ θὰ μισήσει (τότε) κάθε αἰσχρὴ ἐπιθυμία, ποὺ γίνεται αἰτία τοῦ (πνευματικοῦ) θανάτου στοὺς ἀνθρώπους.

15. ΑΛΗΘΙΝΑ ΑΝΘΡΩΠΙΝΕΣ ΕΚΔΗΛΩΣΕΙΣ

Ὅπως κάθε τέχνη διαμορφώνει διακοσμητικὰ τὴν ὕλη ποὺ χρησιμοποιεῖ κι᾿ ἐπιδεικνύει ἔτσι τὴν ἀρετή της, ὅπως π.χ. αὐτὸς ποὺ ἐπεξεργάζεται τὸ ξύλο ἢ ὁ ἄλλος τὸ χαλκὸ καὶ ἄλλος τὸ χρυσὸ καὶ τὸν ἄργυρο, ἔτσι κι ἐμεῖς, ὅταν ἀκοῦμε γιὰ τὴν καλὴ ζωὴ καὶ τὴν ἐνάρετη καὶ ἀρεστὴ στὸ Θεὸ συμπεριφορά, ὀφείλουμε νὰ φανερώνουμε ὅτι εἴμαστε στ᾿ ἀλήθεια ἄνθρωποι, δηλαδὴ ὄντα λογικῆς ψυχῆς (στὴ διάθεση καὶ στὶς ἀντιδράσεις μας) καὶ ὄχι μονάχα ὡς πρὸς τὴ διάπλαση τοῦ σώματος. Ἡ ἀληθινὰ λογικὴ καὶ θεοφιλὴς ψυχή, γνωρίζει ἀμέσως ποιὰ θέση νὰ πάρει σ᾿ ὅλα τὰ ζητήματα τῆς ζωῆς. καὶ παρακαλεῖ τρυφερὰ γιὰ ἐπιείκεια τὸ Θεὸ καὶ τὸν εὐχαριστεῖ εἰλικρινά, διότι ὅλη της ἡ ὁρμὴ καὶ ἡ διάνοια εἶναι πρὸς τὸ Θεό.

16. ΚΥΒΕΡΝΗΣΗ ΤΗΣ ΨΥΧΗΣ

Ὅπως οἱ κυβερνῆτες κατευθύνουν σκόπιμα τὸ πλοῖο ὥστε νὰ μὴ τὸ προσαράξουν σὲ ὕφαλο, πέτρα ἢ σὲ κάποιον σκόπελο, ἔτσι καὶ ὅσοι ἔχουν ζῆλο γιὰ τὴν ἐνάρετη ζωή, ἂς ἐξετάζουν μὲ ἐπιμέλεια ποιὰ πρέπει νὰ κάνουν καὶ ποιὰ ν᾿ ἀποφεύγουν· καὶ νὰ θεωροῦν ὅτι τοὺς συμφέρουν οἱ ἀληθινοὶ καὶ θεῖοι νόμοι, ὥστε νὰ κόψουν τὶς πονηρὲς ἐνθυμήσεις (λογισμούς) τῆς ψυχῆς.

17. ΧΑΛΙΝΑΓΩΓΗΣΗ ΤΗΣ ΨΥΧΗΣ

Ὅπως οἱ κυβερνῆτες καὶ οἱ ἁμαξηλάτες μὲ προσοχὴ καὶ ἐπιμέλεια κατορθώνουν τὸ ταξίδι τους, ἔτσι καὶ ὅσοι ἐπιμελοῦνται τὴν ὀρθὴ καὶ ἐνάρετη ζωὴ πρέπει νὰ μελετοῦν καὶ νὰ φροντίζουν πὼς θὰ ζήσουν ὅπως πρέπει καὶ ἀρέσει στὸ Θεό. Διότι αὐτὸς ποὺ θέλει καὶ ποὺ ἐννόησε, ὅτι μπορεῖ (νὰ τὸ κάνη αὐτό) πιστεύοντας, αὐτὸς προχωρεῖ στὴν ἀφθαρσία.

18. Η ΕΣΩΤΕΡΙΚΗ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ

Ἐλεύθερους νὰ νομίζεις ὄχι αὐτοὺς ποὺ εἶχαν τὴν τύχη νὰ εἶναι ἐλεύθεροι, ἀλλὰ αὐτοὺς ποὺ εἶναι στὴ ζωὴ καὶ στοὺς τρόπους ἐλεύθεροι (ἀπὸ τὰ πάθη). Δὲν πρέπει δηλαδὴ νὰ ὀνομάζονται ἀληθινὰ ἐλεύθεροι οἱ ἄρχοντες, ὅταν εἶναι πονηροὶ ἢ ἀκόλαστοι, διότι εἶναι δοῦλοι τῶν ὑλικῶν παθῶν.

Ἐλευθερία καὶ εὐτυχία εἶναι (ἐσωτερικὸ ζήτημα) τῆς ψυχῆς, (εἶναι) ἡ γνήσια καθαρότης τῆς ψυχῆς καὶ ἡ καταφρόνηση τῶν πρόσκαιρων.

19. Η ΧΡΗΣΤΗ ΕΠΙΔΕΙΞΗ

Θύμιζε πάντα στὸν ἑαυτό σου, τί εἶναι ἀνάγκη νὰ δείχνεις ἀδιάκοπα ποιὸς εἶσαι, ἀλλὰ μὲ τὴ χρηστὴ συμπεριφορὰ καὶ κυρίως μὲ τὰ ἔργα σου. Διότι ἔτσι καὶ τοὺς γιατροὺς οἱ ἄρρωστοι, ὄχι ἀπὸ τὰ λόγια, ἄλλα ἀπὸ τὰ ἔργα τοὺς βρίσκουν καὶ τοὺς ἀναγνωρίζουν γιὰ σωτῆρες καὶ εὐεργέτες.

20. ΓΝΩΡΙΣΜΑΤΑ ΛΟΓΙΚΗΣ ΚΑΙ ΕΝΑΡΕΤΗΣ ΨΥΧΗΣ

Γνωρίσματα τῆς λογικῆς καὶ ἐνάρετης ψυχῆς, εἶναι τὸ βλέμμα, τὸ βάδισμα, ἡ φωνή, τὸ γέλιο, ὁ τόπος ποὺ συχνάζει, οἱ ἄνθρωποι ποὺ συναναστρέφεται.

Ὅλα αὐτὰ ἔχουν ἀλλάξει ἐντελῶς (στὴν ἐνάρετη ψυχή) κι ἔχουν προσαρμοσθεῖ πρὸς τὸ εὐπρεπέστερο. Γιατὶ ὁ θεοφιλὴς νοῦς τῶν ψυχῶν αὐτῶν, σὰν ἀνύσταχτος θυρωρός, ἀποκλείει νὰ μπαίνουν τὰ κακὰ καὶ αἰσχρὰ ὑπονοούμενα (σὲ κάθε τέτοιο γνώρισμα).

21. Η ΨΥΧΗ ΕΛΕΥΘΕΡΗ ΚΑΙ ΑΥΤΕΞΟΥΣΙΑ

Ἐξέταζε ὅτι σὲ ἀφορᾶ καὶ βγάζε δοκιμασμένες ἀποφάσεις (γιὰ τὴ στάση ποὺ θὰ τηρήσεις στὸ κάθε τί). Διότι οἱ ἄρχοντες καὶ οἱ δεσπότες ἔχουν ἐξουσία μόνον τοῦ σώματος καὶ ὄχι βέβαιά της ψυχῆς. Νὰ σοῦ εἶναι μάλιστα αὐτὴ ἡ ἀρχή, πρόχειρη διὰ παντός. Συνεπῶς, ἂν διατάσσουν φόνους, ἢ τίποτε ἄτοπα, ἢ ἄδικα καὶ ψυχοβλαβή, δὲν πρέπει νὰ πειθαρχεῖτε σ᾿ αὐτούς, ἔστω κι ἂν βασανίζουν τὸ σῶμα. Διότι ὁ Θεὸς δημιούργησε τὴν ψυχὴ ἐλεύθερη καὶ αὐτεξούσια, γιὰ (νὰ ἀποφασίζει) ὅσα πράττει, τὰ καλὰ ἢ τὰ κακά.

22. Η ΑΠΟΦΥΓΗ ΔΑΙΜΟΝΙΚΩΝ ΕΡΓΩΝ

Ἡ λογικὴ ψυχὴ φροντίζει μὲ ἐπιμέλεια νὰ μένη ἀπαλλαγμένη ἀπὸ ἀδιέξοδο (κακοτοπιά), ἀπὸ τύφο (τυφλὴ ὑπερηφάνεια), ἀλαζονεία (ματαιοδοξία), ἀπάτη, φθόνο, ἁρπαγὴ καὶ τὰ ὅμοια, ὅσα εἶναι ἔργα δαιμόνων ἢ πονηρῆς προαιρέσεως. Ὅλα αὐτὰ κατορθώνονται μὲ σπουδαία φροντίδα καὶ ἐπίμονη μελέτη, ἀπὸ τὸν ἄνθρωπο ποὺ κυβερνᾶ τὶς ἐπιθυμίες του, ὥστε νὰ μὴ τὸν παρορμοῦν σὲ φαῦλες ἡδονές.

23. Ο ΔΡΟΜΟΣ ΠΡΟΣ ΤΟΝ ΘΕΟΝ

(Ἀκόμη καί) αὐτοὶ ποὺ ἀσκητεύουν λίγο καὶ ὄχι τέλεια καὶ ἀπὸ κινδύνους ἀπαλλάσσονται καὶ δὲν ἔχουν ἀνάγκη ἀπὸ φύλακες. Νικώντας δὲ τὴν ἐπιθυμία στὸ κάθε τί βρίσκουν τὸ δρόμο πρὸς τὸν Θεὸ εὔκολα κι εὐτυχισμένα.

24. ΟΙ ΣΥΝΑΝΑΣΤΡΟΦΕΣ

Οἱ λογικοὶ ἄνθρωποι δὲν εἶναι ἀναγκαῖο νὰ δίνουν προσοχὴ στὶς πολλὲς συναναστροφές, ἀλλὰ στὶς ὠφέλιμες, τὶς ὁποῖες κατευθύνει τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ, διότι ἔτσι προχωροῦν πάλιν οἱ ἄνθρωποι σὲ ζωὴ καὶ σὲ φῶς αἰώνιο.

25. ΤΡΙΑ ΣΤΟΙΧΕΙΑ ΘΕΟΦΙΛΟΥΣ ΒΙΟΥ

Ὅσοι ἐπιζητοῦν ἐνάρετη καὶ θεοφιλῆ ζωή, πρέπει νὰ ἔχουν ἀπαλλαγὴ ἀπὸ τὴν οἴηση καὶ ἀπὸ κάθε κούφιο: καὶ ψεύτικη ἰδέα καὶ νὰ φροντίζουν ἐπιμελῶς γιὰ χρηστὴ διόρθωση τῆς ζωῆς καὶ τῆς γνώμης τους. Διότι ὁ θεοφιλὴς καὶ ἀμετάβλητος (ὁ σταθερὸς σ᾿ αὐτό) νοῦς, εἶναι στοιχείων ἐξυψώσεως καὶ δρόμος πρὸς τὸν Θεό.

26. Η ΑΙΤΙΑ ΤΩΝ ΚΑΚΩΝ

Οὐδὲν ὄφελος νὰ μαθαίνει κανεὶς τοὺς λόγους (καὶ τὶς αἰτίες τῶν πραγμάτων), ἐὰν ἀπουσιάζει (ἀπὸ τὴ μάθηση αὐτή) ἡ ἐνάρετη καὶ στὸ Θεὸ ἀρεστὴ πολιτεία τῆς ψυχῆς. Αἰτία πάντων τῶν κακῶν εἶναι ἡ πλάνη, ἡ ἀπάτη (τῆς κούφιας γνώσεως) καὶ ἡ ἀγνωσία τοῦ Θεοῦ.

27. ΠΩΣ ΓΙΝΟΝΤΑΙ ΘΕΟΦΙΛΕΙΣ

Ἡ ἐξάσκησης τοῦ καλλίστου (ἐναρέτου) βίου καὶ ἡ ἐπιμέλεια τῆς ψυχῆς, δημιουργοῦν τοὺς ἀγαθοὺς καὶ ἀγαπητοὺς εἰς τὸν Θεὸν ἀνθρώπους. Διότι ἐκεῖνος ποὺ ζητεῖ τὸν Θεό, τὸν βρίσκει, νικώντας τὴν ἐπιθυμία σ᾿ ὅλα τὰ ζητήματα καὶ μὴ ξεκολλώντας ἀπὸ τὴν προσευχή. Μόνον αὐτὸς δὲν φοβᾶται τοὺς δαίμονας (ποὺ ἀπεχθάνονται τὸν ἐνάρετο βίο).

28. Η ΑΜΕΛΕΙΑ ΚΑΙ ΟΙ ΒΙΟΤΙΚΕΣ ΕΛΠΙΔΕΣ

Ὅσοι ἐξαπατῶνται (καὶ παρασύρονται) ἀπὸ ἐλπίδες βιοτικῶν ἀπολαύσεων, ἂν καὶ γνωρίζουν σὲ ὅλο τὸ βάθος, ὅσα πρέπει νὰ γίνουν γιὰ τὴ θεάρεστη ζωή, (καὶ δὲν τὰ ἐφαρμόζουν), αὐτοὶ παθαίνουν κάτι παρόμοιο μ᾿ ἐκείνους, ποὺ ἀγόρασαν μὲν (τὰ φάρμακα καὶ) τὰ ὄργανα τῆς ἰατρικῆς, ἀλλὰ οὔτε γνωρίζουν, οὔτε φροντίζουν νὰ τὰ χρησιμοποιήσουν.

Ὥστε γιὰ τὰ ἁμαρτήματα ποὺ πράξαμε, οὐδέποτε νὰ κατηγοροῦμε οὔτε τὴν αἰτία τους, οὔτε ἄλλον κανέναν, ἀλλὰ τοὺς ἑαυτούς μας. Διότι ἐὰν αὐτὴ ἡ ἴδια ἡ ψυχὴ θέλει νὰ ἀδιαφορεῖ (πνευματικά, δηλαδὴ νὰ ἀμελῆ τὴν ἐφαρμογὴ τῆς ἐνάρετης ζωῆς), τότε δὲν μπορεῖ νὰ εἶναι ἀνίκητη.

29. Ο ΤΡΟΠΟΣ ΓΝΩΣΕΩΣ ΤΟΥ ΘΕΟΥ

Σ᾿ ἐκεῖνον ποὺ δὲν γνωρίζει νὰ διακρίνει τί εἶναι τὸ ἀγαθὸν καὶ ποιὸ εἶναι τὸ κακό, δὲν τοῦ ἐπιτρέπεται νὰ κρίνει τοὺς ἀγαθοὺς καὶ κακούς. Διότι ὁ ἄνθρωπος ποὺ γνωρίζει τὸν Θεόν, εἶναι ἀγαθὸς κι ἂν δὲν εἶναι ἀγαθός, τίποτα δὲν γνωρίζει, οὔτε θὰ μάθει ποτὲ τίποτα. Διότι τὸ ἀγαθὸν εἶναι τρόπος γνώσεως τοῦ Θεοῦ.

30. Ο ΕΛΕΓΧΟΣ ΑΠΟΝΤΩΝ

Οἱ ἀγαθοὶ καὶ θεοφιλεῖς (ἀγαπημένοι ἀπὸ τὸ Θεό) ἄνδρες, ἐλέγχουν περὶ τοῦ κακοῦ κατὰ πρόσωπον παρόντος τοὺς ἀνθρώπους. Ἐὰν δὲν εἶναι παρόντες, δὲν τοὺς κακολογοῦν. Ἀλλ᾿ οὔτε καὶ σ᾿ αὐτοὺς ποὺ ἐπιχειροῦν νὰ εἰποῦν κάτι (κακὸ κατὰ τῶν ἀπόντων) τὸ ἐπιτρέπουν.

31. ΟΧΙ ΤΡΑΧΥΤΗΤΑ ΤΡΟΠΩΝ

Κατὰ τὶς συναναστροφὲς νὰ ἀποφεύγεται κάθε τραχὺς τρόπος, διότι τοὺς λογικοὺς ἀνθρώπους ταιριάζει νὰ τοὺς στολίζει ἡ ντροπὴ καὶ ἡ σωφροσύνη, περισσότερο ἀπὸ τὰς παρθένους. Ἄλλωστε ὁ θεοφιλὴς νοῦς, εἶναι φῶς ποὺ φωτίζει λαμπρὰ τὴν ψυχὴ ἀπὸ ὅλες τὶς μεριές, ὅπως ὁ ἥλιος τὸ σῶμα.

32. ΑΡΕΤΗ ΚΑΙ ΥΛΙΚΟΣ ΠΛΟΥΤΟΣ

Σὲ κάθε ψυχικὸ πάθος (πνευματικὸ πρόβλημα) ποὺ σοῦ συσσωρεύεται (καὶ δὲν ξέρεις πῶς νὰ τὸ τακτοποιήσῃς), θυμήσου ὅτι ὅσοι ὀρθοφρονοῦν καὶ θέλουν νὰ βάλουν τὰ ζητήματά τους στὴν πρέπουσα θέση καὶ μὲ ἀσφάλεια, ἀπ᾿ αὐτοὺς δὲν θεωρεῖται γλυκεία ἡ ἀπόκτηση φθαρτῶν χρημάτων (πραγμάτων), ἀλλὰ οἱ ὀρθὲς καὶ ἀληθινὲς ἀπόψεις (γιὰ κάθε ζήτημα καὶ μάλιστα γιὰ τὰ μεγάλα θέματα: τοῦ προορισμοῦ μας ἐπὶ τῆς γῆς, τῆς λυτρώσεως ἀπὸ τὴν ἁμαρτία καὶ τῆς σωτηρίας τῆς ψυχῆς)· αὐτὲς τοὺς κάνουν εὐτυχεῖς. Διότι ὁ μὲν πλοῦτος καὶ κλέβεται καὶ ἁρπάζεται ἀπὸ δυνατότερους καὶ μόνον ἡ ἀρετὴ τῆς ψυχῆς εἶναι κτῆμα καὶ ἐξασφαλισμένο καὶ ἀπαραβίαστο, ποὺ καὶ μετὰ θάνατον σῴζει ὅσους τὴν ἔχουν ἀποκτήσει. Ὅταν σκέπτονται ἔτσι, δὲν τοὺς συναρπάζουν οἱ φαντασιοπληξίες τοῦ πλούτου καὶ τῶν λοιπῶν ἀπολαύσεων.

33. Ο ΓΡΑΜΜΑΤΙΣΜΕΝΟΣ ΠΟΥ ΑΡΕΣΕΙ ΣΤΟ ΘΕΟ

Δὲν πρέπει οἱ ἄστατοι καὶ ἀπαίδευτοι νὰ ἀποδοκιμάζουν τοὺς γραμματισμένους. Γραμματισμένος εἶναι ὁ ἄνθρωπος ποὺ ἀρέσει στὸ Θεό, ἐκεῖνος, ποὺ ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον σιωπᾶ, ἢ συζητεῖ γιὰ ὀλίγα καὶ ἀναγκαῖα καὶ ἀρεστὰ εἰς τὸν Θεόν.

34. Η ΤΡΟΦΗ ΠΟΥ ΑΠΟΘΕΩΝΕΙ ΤΗΝ ΨΥΧΗ

Ὅσοι ἐπιδιώκουν τὴν ἐνάρετη καὶ θεοφιλῆ πολιτεία, φροντίζουν γιὰ τὶς ἀρετὲς τῆς ψυχῆς, διότι τοὺς εἶναι δικό τους κτῆμα καὶ αἰώνια ἀπόλαυσις. Τὰ πρόσκαιρα τὰ ἀπολαμβάνουν ἐφ᾿ ὅσον εἶναι δυνατὸν καὶ ὅπως ὁ Θεὸς δίνει καὶ θέλει, χρησιμοποιώντας τα μὲ χαρὰ καὶ εὐχαριστώντας μὲ ὅλη τους τὴν καρδιά, ἔστω κι ἂν εἶναι μέτρια. Διότι μὲ τὰ πολυτελῆ φαγητά, τρέφονται τὰ σώματα σὰν ὑλικά. Τὴν ψυχὴ ὅμως τὴν ἀποθεώνει ἡ γνώσις (τοῦ θελήματος) τοῦ Θεοῦ καὶ ἡ ἐγκράτεια, ἡ ἀγαθότητα καὶ ἡ εὐεργεσία, ἡ εὐσέβεια καὶ ἡ πραότης.

35. Ο ΘΕΟΣ ΚΑΙ ΟΙ ΑΡΧΟΝΤΕΣ

Ὅσοι ἀπὸ τοὺς ἰσχυρούς της γῆς ἀναγκάζουν (τοὺς ἄλλους) νὰ ἐπιχειροῦν ἄτοπες καὶ ψυχοβλαβεῖς πράξεις, δὲν μποροῦν νὰ κυριαρχήσουν στὴν ψυχή, ποὺ ἔχει δημιουργηθεῖ αὐτεξούσια. Τὸ σῶμα δεσμεύουν, ἀλλ᾿ ὄχι καὶ τὴν προαίρεση (τὴ διάθεση), τῆς ὁποίας κύριος ἔχει ὁρισθεῖ ὁ λογικὸς ἄνθρωπος, ἀπὸ τὸν κτίσαντα Θεόν, ὁ ὁποῖος εἶναι ἰσχυρότερος πάσης ἐξουσίας καὶ ἀνάγκης καὶ πάσης δυνάμεως.

36. Η ΑΠΩΛΕΙΑ ΥΛΙΚΩΝ ΑΓΑΘΩΝ

Ὅσοι νομίζουν δυστυχία τὸ χάσιμο τῶν χρημάτων, ἢ τέκνων, ἢ δούλων, ἢ ὁποιασδήποτε ἄλλης ὑπάρξεως (προσώπου ἢ πράγματος), ἂς γνωρίζουν, ὅτι πρῶτα – πρῶτα πρέπει νὰ ἀρκοῦνται σὲ ὅσα τοὺς δίδονται ἀπὸ τὸ Θεό. Κι ὅταν εἶναι ἀνάγκη νὰ τὰ ἀποδώσουν, νὰ τὸ κάνουν πρόθυμα καὶ μὲ εὐγνωμοσύνη, χωρὶς καθόλου νὰ κακιώνουν γιὰ τὴ στέρησή τους ἢ μᾶλλον γιὰ τὴν ἐπιστροφή. Διότι, ἀφοῦ μεταχειρίστηκαν πράγματα ποὺ δὲν εἶναι δικά τους, πάλιν τὰ ἐπέστρεψαν.

37. Η ΕΛΕΥΘΕΡΗ ΓΝΩΜΗ ΔΕΝ ΠΩΛΕΙΤΑΙ

Ἔργον χρηστοῦ ἀνθρώπου εἶναι νὰ μὴ πουλᾶ τὴν ἐλεύθερη γνώμη, ἀποβλέποντας νὰ λάβῃ χρήματα, ἔστω κι ἂν τύχῃ νὰ εἶναι πάρα πολλά, ὅσα προσφέρονται. Διότι τὰ βιοτικὰ μοιάζουν μὲ ὄνειρο καὶ οἱ φαντασίες τοῦ πλούτου εἶναι ἄδηλες (δὲν ξέρεις ποὺ θὰ καταλήξουν), καὶ ὀλιγοχρόνιες.

38. Η ΛΑΜΨΗ ΤΗΣ ΕΝΑΡΕΤΗΣ ΠΟΛΙΤΕΙΑΣ

Οἱ ἀληθινοὶ ἄνθρωποι ἂς ἐπιδιώκουν νὰ πολιτεύονται ἀξιαγάπητα στὸ Θεὸ καὶ ἐνάρετα τόσον πολύ, ὥστε νὰ διαλάμπει ὁ ἐνάρετος βίος τους, μεταξὺ τῶν ἄλλων ἀνθρώπων, ὅπως ἀκριβῶς (φροντίζουν νὰ) μπαίνει μικρὴ (ταινία ἀπό) πορφύρα, ἐπάνω στὰ ἄσπρα μέρη τῶν ἐνδυμάτων γιὰ στολισμό, γιὰ νὰ λάμπουν ξέχωρα καὶ ν᾿ ἀναγνωρίζονται, διότι ἔτσι ἐπιμελοῦνται ἀσφαλέστερα τὶς ἀρετὲς τῆς ψυχῆς.

39. Η ΑΝΤΙΣΤΑΣΗ ΚΑΤΑ ΤΩΝ ΠΑΘΩΝ

Οἱ φρόνιμοι ἄνθρωποι πρέπει νὰ ἐξετάζουν καλὰ τὴ δύναμη καὶ τὸν καταρτισμὸ τῆς ψυχικῆς ἀρετῆς ποὺ ὑπάρχει μέσα τους καὶ ἔτσι νὰ προετοιμάζονται γιὰ ν᾿ ἀντιστέκονται στὰ πάθη ποὺ ἀπανταίνουν, ἀνάλογα μὲ τὴν (ἠθικὴ καὶ πνευματική) δύναμη ποὺ ὑπάρχει στὸν ἑαυτό τους, δωρισμένη σ᾿ αὐτοὺς ἐκ φύσεως ἀπὸ τὸν Θεόν.

Ἡ δύναμις ποὺ ἀντιστέκεται πρὸς μὲν τὸ κάλλος καὶ πρὸς κάθε ἐπιθυμία ψυχοβλαβὴ εἶναι ἡ ἐγκράτεια πρὸς τοὺς κόπους καὶ τὴ φτώχεια, ἡ καρτερία καὶ πρὸς τὴν κοροϊδία καὶ τὸ θυμό, ἡ ἀνεξικακία καὶ τὰ παρόμοια.

40. ΠΩΣ ΑΠΟΚΤΑΤΑΙ Η ΣΟΦΙΑ

Νὰ γίνει ξαφνικὰ κανεὶς ἀγαθὸς καὶ σοφὸς εἶναι ἀδιανόητο, ἀλλὰ (εἶναι δυνατόν) μὲ κουραστικὴ μελέτη, συνεργασία καὶ συναναστροφὴ καὶ μὲ τὴν πείρα, τὸν καιρὸ καὶ τὴν ἄσκηση καὶ τὴν ἐπιθυμία τοῦ ἀγαθοῦ ἔργου. (Ὁ καρπὸς ποὺ ἀποδίδει) ὁ ἀγαθὸς καὶ θεοφιλὴς ἄνθρωπος, ποὺ ἀληθινὰ γνωρίζει τὸν Θεόν, (εἶναι ὅτι) δὲν σταματᾶ νὰ κάνῃ ἀφθόνως πάντα ὅσα ἀρέσουν στὸν Θεό. Σπάνια ὅμως εὑρίσκονται τέτοιοι ἄνθρωποι.

41. Ο ΚΑΤΑΡΤΙΣΜΟΣ ΤΩΝ ΑΠΛΟΪΚΩΝ

Οἱ ἁπλοϊκότεροι ἄνθρωποι δὲν πρέπει νὰ ἀπελπίζονται καὶ νὰ παραμελοῦν ἐντελῶς τὴ θεοφιλῆ καὶ ἐνάρετη πολιτεία καὶ νὰ τὴν καταφρονοῦν, θεωρώντας τὴν ἀκατόρθωτη καὶ ἀκατάληπτη γι᾿ αὐτούς. Ἀλλὰ πρέπει νὰ μελετοῦν κατὰ δύναμιν καὶ νὰ δείχνουν ἐπιμέλεια γιὰ τὸν (ψυχικό) ἑαυτό τους. Διότι, ἔστω κι ἂν δὲν μποροῦν στὸ ἔπακρον, ἀνάλογα μὲ τὴν ἀρετή τους, ν᾿ ἀποκτήσουν καὶ τὴ σωτηρία, ὅμως, μὲ τὴν μελέτη καὶ τὴν ἐπιθυμία (γι᾿ αὐτήν), ἢ θὰ γίνουν καλλίτεροι ἢ δὲν θὰ γίνουν χειρότεροι, πρᾶγμα ποὺ δὲν εἶναι καὶ μέτριο ὄφελος τῆς ψυχῆς.

42. ΛΟΓΙΚΟΙ ΚΑΙ ΑΝΟΗΤΟΙ ΑΝΘΡΩΠΟΙ

Ὁ ἄνθρωπος, κατὰ τὸ λογικὸ μέρος, συνδέεται μὰ τὴν ἀνείπωτη (τὴν ἀνέκφραστη) καὶ θεία δύναμη καὶ κατὰ τὸ σωματικὸ συγγενεύει πρὸς τὰ ζῷα. Κάτι λίγοι ὅμως, ὅσοι εἶναι τέλειοι ἄνθρωποι καὶ λογικοί, ἐπιδιώκουν σοβαρὰ νἄχουν καὶ τὴν γνώμη καὶ τὴν (παραπάνω) συγγένεια πρὸς τὸν Θεὸ καὶ Σωτήρα. Κι αὐτὸ τὸ δείχνουν μὲ τὰ ἔργα καὶ τὴν ἐνάρετη πολιτεία (τους).

Ἀλλὰ οἱ περισσότεροι ἄνθρωποι, οἱ ψυχικὰ ἀνόητοι, ἀφοῦ ἐγκατέλειψαν ἐκείνη τὴ θεϊκὴ καὶ ἀθάνατη υἱοθεσία, ρέπουν πιὰ πρὸς τὴ νεκρὴ καὶ κακότυχη καὶ ὀλιγοχρόνια συγγένεια τοῦ σώματος (τὴ σωματικὴ συγγένεια πρὸς τὰ ζῷα) φρονώντας τὰ σαρκικά, σὰν τὰ ἄλογα ζῷα, ἀνάβοντας ἀπὸ τὶς ἡδονὲς κι ἔτσι χωρίζουν τοὺς ἑαυτούς των ἀπὸ τὸ Θεὸ καὶ σύρουν τὴν ψυχὴ ἀπὸ τοὺς οὐρανούς, κάτω στὸ βάραθρο, μὲ αἰτία τὰ (κατώτερα) θελήματά της.

43. Η ΠΗΓΗ ΤΩΝ ΑΓΑΘΩΝ

Ὁ λογικὸς ἄνθρωπος, ἐφ᾿ ὅσον θυμᾶται τὴ μετουσία καὶ συνάφειά (του) πρὸς τὸ θεῖον, δὲν θὰ ἀγαπήσει ποτὲ κανένα γήινο ἢ ταπεινό, ἀλλὰ ἔχει τὸ νοῦ στραμμένο στὰ οὐράνια καὶ αἰώνια.

Γνωρίζει ἀκόμη, ὅτι ἡ θέλησης τοῦ Θεοῦ εἶναι τὸ νὰ σωθεῖ ὁ ἄνθρωπος, γιατὶ αὐτὴ (ἡ θέλησις τοῦ Θεοῦ) εἶναι αἰτία ὅλων τῶν καλῶν καὶ πηγὴ τῶν αἰωνίων ἀγαθῶν στοὺς ἀνθρώπους.

44. ΟΙ ΚΑΚΕΣ ΣΥΝΑΝΑΣΤΡΟΦΕΣ

Ὅταν βρεῖς κάποιον νὰ φιλονικεῖ καὶ νὰ ἀντιμάχεται τὴν ἀλήθεια καὶ τὰ ὁλοφάνερα (πράγματα), πάψε τὴ φιλονικία καὶ ἀποχώρησε, φύγε ἀπὸ αὐτόν, μιᾶς καὶ ἀπολιθώθηκε τὸ μυαλό του (δὲν νοιώθει).

Διότι ὅπως τὰ καλὰ κρασιὰ τὰ ἀχρηστεύει τὸ χαλασμένο νερό, κατὰ τὸν ἴδιο τρόπο καὶ τοὺς ἐνάρετους, στὴν πράξη καὶ στὴ γνώμη, τοὺς διαφθείρουν (τοὺς καταστρέφουν) οἱ κακὲς συναναστροφές.

45. Η ΑΜΕΛΕΙΑ ΕΜΠΟΔΙΟ ΤΗΣ ΣΩΤΗΡΙΑΣ

Ἂν καταβάλλομαι κάθε ἐπιμέλεια καὶ μηχανευόμαστε τὰ πάντα, γιὰ ν᾿ ἀποφύγομε τὴ σωματικὴ ἀπονέκρωση, πόσο μᾶλλον ὀφείλαμε νὰ σπουδάζομε, πὼς ν᾿ ἀποφύγομε τὴν ψυχικὴ ἀπονέκρωση· διότι σ᾿ ὅποιον θέλει νὰ σωθεῖ, δὲν ὑπάρχει κανένα ἄλλο ἐμπόδιο, παρὰ μόνο ἡ ἀμέλεια καὶ ἡ ὀκνηρία τῆς ψυχῆς.

46. ΛΟΓΙΚΟΣ ΘΑΝΑΤΟΣ

Θεωροῦνται πὼς δὲν εἶναι καλά, ὅσοι δυσκολεύονται νὰ ἐννοήσουν τὰ συμφέροντα καὶ τὶς σωστὲς κουβέντες. Ὅσοι πάλιν, μολονότι κατανοοῦν τὴν ἀλήθεια, ὅμως χωρὶς ἐντροπὴ (τὴν ἀμφισβητοῦν καὶ μάλιστα) φιλονικοῦν, αὐτῶν ἔχει νεκρωθεῖ τὸ λογικό, ἔχει ἀποθηριωθεῖ ὁ τρόπος τους (συμπεριφέρονται σὰν θηρία) καὶ δὲν γνωρίζουν τὸν Θεό, οὔτε ἔχει φωτιστεῖ ἡ ψυχή τους.

47. Ο ΔΗΜΙΟΥΡΓΟΣ ΚΑΙ ΤΑ ΠΛΑΣΜΑΤΑ

Τὰ γένη τῶν ζῴων τὰ ἔπλασε ὁ Θεὸς μὲ τὸ λόγο Του, γιὰ τὶς ἀλλεπάλληλες ἀνάγκες, ἄλλα γιὰ τροφὴ κι᾿ ἄλλα μὲ σκοπὸ νὰ ὑπηρετήσουν (τὸν ἄνθρωπο).

Τὸν ἄνθρωπο τὸν δημιούργησε θεατὴ ὅλων αὐτῶν καὶ τῶν ἔργων τους καὶ εὐγνώμονα ἐξηγητὴ (δηλ. διευθυντὴ καὶ ἑρμηνευτή τους).

Ἂς προσέχουν λοιπὸν οἱ ἄνθρωποι, μήπως πεθάνουν χωρὶς νὰ δοῦν καὶ χωρὶς νὰ ἐννοήσουν τὸν Θεὸν καὶ τὰ ἔργα Του, ὅπως τὰ ἄλογα θηρία.

Πρέπει μάλιστα νὰ γνωρίζει ὁ ἄνθρωπος, ὅτι ὁ Θεὸς δύναται τὰ πάντα. Τίποτε πάλιν δὲν τοῦ ἐναντιώνεται, γιατὶ δύναται τὰ πάντα, ἀλλὰ καί, ἐκ τοῦ μὴ ὄντως, ὅλα ὅσα θέλει τὰ δημιούργησε καὶ τὰ κάνει, μὲ τὸ λόγο Του, γιὰ σωτηρία τῶν ἀνθρώπων.

48. ΤΑ ΟΥΡΑΝΙΑ ΚΑΙ ΤΑ ΕΠΙΓΕΙΑ

Τὰ οὐράνια εἶναι ἀθάνατα, ἀπὸ τὴν ἀγαθότητα ποὺ ὑπάρχει μέσα τους, ἐνῷ τὰ ἐπίγεια ἔγιναν θνητά, διότι ὑπάρχει μέσα τους ἡ αὐθαίρετη κακία, ἡ ὁποία πιάνει τοὺς ἀνόητους ἀπὸ τὴν ὀκνηρία τους καὶ ἀπὸ τὴ (θεληματική) ἄγνοια τοῦ Θεοῦ (ἀγνωσία).

49. ΘΑΝΑΤΟΣ ΚΑΙ ΑΘΑΝΑΣΙΑ

Ὁ θάνατος, ὅταν νοεῖται (καλά), εἶναι γιὰ τοὺς ἀνθρώπους ἀθανασία, ὅταν ὅμως δὲν ἐννοοῦν (τὸ πνευματικό του νόημα), εἶναι γι᾿ αὐτοὺς τοὺς ἀνόητους, θάνατος. Αὐτὸν τὸν θάνατο (τὸ σωματικό) δὲν πρέπει νὰ τὸν φοβᾶται κανείς, ἀλλὰ τὴν ἀπώλεια τῆς ψυχῆς, ποὺ συνίσταται σὲ ἀγνωσία τοῦ Θεοῦ. Αὐτό, εἶναι ἀληθινὰ φοβερὸ γιὰ τὴν ψυχὴ (ἡ ἀγνωσία τοῦ Θεοῦ).

50. Η ΚΑΚΙΑ ΠΑΘΟΣ ΥΛΙΚΟ

Ἡ κακία εἶναι πάθος ὑλικό. Συνεπῶς, δὲν γίνεται νὰ ὑπάρξει σῶμα χωρὶς κακία. Ἡ λογικὴ ὅμως ψυχή, ὅταν τὸ νόηση αὐτό, ἀποτινάζει τὸ βάρος τῆς ὕλης, ποὺ εἶναι ἡ κακία καὶ σὰν ἀνασάνει ἀπὸ τέτοιο βάρος, ὑψώνει τὸν νοῦ πρὸς τὰ ἄνω, γνωρίζει τὸ Θεὸ τῶν ὅλων καὶ προσέχει τὸ σῶμα σὰν ἐχθρὸ καὶ πολέμιο, μὴ ὑπακούοντας σ᾿ αὐτό. Ἔτσι στεφανώνεται τελικὰ ἀπὸ τὸν Θεὸ ἡ ψυχή, ἐπειδὴ νίκησε τὰ πάθη τῆς κακίας καὶ τῆς ὕλης.

51. Η ΚΑΚΙΑ ΥΠΟΔΟΥΛΩΝΕΙ

Ἡ κακία, ὅταν γνωρισθεῖ ἀπὸ τὴν ψυχή, μισεῖται σὰν θηρίο βρωμερότατο. Ὅταν ὅμως ἀγνοεῖται (ἡ φύση της), ἀγαπᾶται ἀπὸ ἐκεῖνον ποὺ τὴν ἀγνοεῖ· τὸν ἔχει αἰχμάλωτο καὶ τὸν τραβᾶ σὰν δοῦλο, τὸν ἐραστή της. Κι᾿ ὁ κακότυχος καὶ ἄθλιος, οὔτε βλέπει τὸ συμφέρον του, οὔτε νοιώθει, ἀλλὰ νομίζει ὅτι στολίζεται ἀπὸ τὴν κακία καὶ ἀγάλλεται.

52. Η ΚΑΘΑΡΗ ΨΥΧΗ – Η ΚΑΚΗ ΨΥΧΗ

Ἡ καθαρὴ ψυχή, ἐπειδὴ εἶναι ἀγαθή, φωτίζεται καὶ λαμπρύνεται ἀπὸ τὸ Θεὸ καὶ τότε ὁ νοῦς νοεῖ ἀγαθὰ καὶ γεννάει λόγια θεοφιλῆ.

Ὅταν ὅμως ἡ ψυχή, ἀπὸ κακία κυλιστεῖ στὸ βόρβορο, ἐπειδὴ ὁ Θεὸς τὴν ἀποστρέφεται, μᾶλλον ἐπειδὴ ἡ ψυχὴ χωρίζει τὸν ἑαυτό της ἀπὸ τὸ Θεό, τότε, οἱ πονηροὶ δαίμονες, ἀφοῦ σφηνωθοῦν ἀπανωτοὶ στὸ λογισμό, ψιθυρίζουν στὴν ψυχὴ τὶς ἀνόσιες (μιαρές) πράξεις, μοιχεῖες, φόνους, ἁρπαγές, ἱεροσυλίες καὶ τὰ παρόμοια, ὅσα εἶναι ἔργα δαιμόνων.

53. Η ΓΝΩΣΗ ΤΟΥ ΘΕΟΥ – Η ΑΓΝΩΣΙΑ ΤΟΥ ΘΕΟΥ

Ὅσοι γνωρίζουν τὸν Θεὸν γεμίζουν ἀπὸ ἀγαθὲς σκέψεις γιὰ ὅλα τὰ προβλήματα καὶ ἐπιθυμώντας τὰ οὐράνια, καταφρονοῦν τὰ βιοτικά.

Αὐτοί, οὔτε σὲ πολλοὺς ἀρέσουν, οὔτε αὐτοὶ ἀρέσκονται σὲ πολλούς. Γι᾿ αὐτὸ ὄχι μόνον μισοῦνται, ἀλλὰ καὶ κατακοροϊδεύονται ἀπὸ τοὺς πολλοὺς ἀνόητους.

Ἀνέχονται ὅλα τὰ παθήματα τῆς φτώχειας, ἐπειδὴ γνωρίζουν, ὅτι ὅσα φαίνονται στοὺς πολλοὺς κακά, εἶναι γι᾿ αὐτοὺς ἀγαθά. (Κι᾿ αὐτό) γιατί, ὅποιος ἀντιλαμβάνεται τὰ οὐράνια, πιστεύει στὸ Θεό, ἐπειδὴ γνωρίζει ὅτι ὅλα εἶναι δημιουργήματα τῆς θελήσεώς Του.

Ἐκεῖνος ὅμως ποὺ δὲν νοιώθει (τὰ οὐράνια ζητήματα), δὲν πιστεύει ποτέ, ὅτι ὁ κόσμος εἶναι ἔργον τοῦ Θεοῦ καὶ ὅτι ἔγινε γιὰ τὴ σωτηρία τοῦ ἀνθρώπου. (Δὲν ἀντιλαμβάνονται ὅτι ἡ πνευματικὴ ἀντιμετώπιση τῆς φτώχειας, π.χ., ἀλλὰ καὶ κάθε δυσχέρειας, συντελεῖ στὴν σωτηρία μας).

54. Ο ΘΕΟΣ ΑΟΡΑΤΟΣ ΑΛΛΑ ΚΑΙ ΚΑΤΑΦΑΝΗΣ

Ὅσοι εἶναι γεμάτοι ἀπὸ τὴν κακία καὶ μεθᾶνε ἀπὸ τὴν ἀγνωσία, δὲν γνωρίζουν τὸν Θεόν, οὔτε ἐπαγρυπνοῦν ψυχικά. Ὁ Θεὸς ὅμως εἶναι νοητὸς καὶ δὲν εἶναι μὲν ὁρατός, ὅμως εἶναι καταφάνερος μέσα στὰ ὁρατά, σὰν τὴν ψυχὴ μέσα στὸ σῶμα. Κι ἂν τὸ σῶμα εἶναι ἀδύνατον νὰ ὑπάρχει χωρὶς ψυχή, ἔτσι καὶ ὅλα, ὅσα βλέπουμε καὶ ὑπάρχουν, εἶναι ἀδύνατον νὰ ὑπάρξουν χωρὶς Θεόν.

55. ΓΙΑΤΙ ΕΓΙΝΕ Ο ΑΝΘΡΩΠΟΣ

– Γιατί ἔγινε ὁ ἄνθρωπος;

– (Ἔγινε) γιὰ νὰ κατανοεῖ τὰ ποιήματα τοῦ Θεοῦ, κι ἔτσι νὰ τὸν ἰδεῖ καὶ νὰ τὸν δοξάσει, διότι ὁ Θεὸς τὰ ἔκτισε γιὰ τὸν ἄνθρωπο.

Ὁ δὲ νοῦς (ἡ φρόνηση) ποὺ εἶναι λίαν ἀγαπητὸς στὸ Θεό, εἶναι ἀόρατο ἀγαθόν, ποὺ χαρίζεται ἀπὸ τὸ Θεὸ στοὺς ἄξιους, διὰ μέσου χρηστῆς συμπεριφορᾶς.

Από το βιβλίο «Ο Μέγας Αντώνιος», Εκδόσεις Β. Ρηγοπούλου.

Πηγή Άλοψις