Παραινέσεις του Μεγάλου Αντωνίου εκ της Φιλοκαλίας των Ιερών Νηπτικών (Μέρος 3ο)

Μέρος 3ο

121. ΓΙΑΤΙ Ο ΘΕΟΣ ΕΠΙΤΡΕΠΕΙ ΤΗΝ ΠΟΝΗΡΙΑ

Σὰν ἀγαθὸς ποὺ εἶναι ὁ Θεός, ὅσα κάνει, τὰ κάνει γιὰ τὸν ἄνθρωπο. Κι᾿ ὅσα κάνει ὁ ἄνθρωπος, γιὰ τὸν ἐαυτὸν τοῦ τὰ κάνει καὶ τὰ καλὰ καὶ τὰ κακά. Γιὰ νὰ μὴ θαυμάζεις ὅμως τὴν εὐτυχία τῶν κακῶν ἀνθρώπων, γνώριζε ὅτι, ὅπως οἱ πόλεις τρέφουν τοὺς δημίους καὶ δὲν ἐπαινοῦν τὴν κάκιστή τους προαίρεση, ἀλλὰ τοὺς χρησιμοποιοῦν γιὰ νὰ τιμωροῦν τοὺς ἀξίους τιμωρίας, κατὰ τὸν ἴδιο τρόπο βέβαια καὶ ὁ Θεὸς ἐπιτρέπει στοὺς πονηροὺς νὰ καταδυναστεύουν τὰ βιοτικά, ὥστε διὰ μέσου αὐτῶν νὰ τιμωροῦνται οἱ ἀσεβεῖς. Ὕστερα ὅμως καὶ αὐτούς, τοὺς παραδίδει στὴν κρίση, ἐπειδὴ ὄχι ἀπὸ ὑπηρεσία πρὸς τὸ Θεό, ἀλλὰ ἀπὸ ὑποδούλωση στὴν πονηρή τους προαίρεση, ἔκαναν τόσα δεινὰ στοὺς ἀνθρώπους

122. Η ΑΓΝΟΙΑ ΤΩΝ ΕΙΔΩΛΟΛΑΤΡΩΝ

Αὐτοὶ ποὺ σέβονται τὰ εἴδωλα, ἂν γνώριζαν κι ἂν ἔβλεπαν μὲ τὴν καρδιὰ τοὺς τί σέβονται, δὲν θὰ ἐπλανῶντο οἱ ἄθλιοι ποτὲ μακριὰ ἀπὸ τὴν εὐσέβεια. Ἀλλὰ παρατηρώντας τὴν καλαισθησία, τὴν τάξη καὶ τὴν πρόνοια σ᾿ ὅσα ἔγιναν καὶ γίνονται ἀπὸ τὸ Θεό, θὰ γνώριζαν Αὐτὸν ποὺ τὰ δημιούρησε γιὰ τὸν ἄνθρωπο.

123. Ο ΘΕΟΣ ΠΑΡΕΧΕΙ ΑΦΘΟΝΑ ΤΗ ΖΩΗ

Ὁ ἄνθρωπος, σὰν κακὸς καὶ ἄδικος ποὺ εἶναι, μπορεῖ νὰ φονεύει. Ὁ Θεὸς ὅμως δὲν παύει ποτὲ νὰ χαρίζῃ ζωὴ καὶ στοὺς ἀναξίους (ἀκόμη). Διότι ἐπειδὴ δὲν κινεῖται ποτὲ ἀπὸ φθόνο καὶ εἶναι ἀγαθὸς ἐκ φύσεως, θέλησε νὰ γίνει ὁ κόσμος καὶ ἔγινε καὶ γίνεται γιὰ τὸν ἄνθρωπο καὶ τὴ σωτηρία του.

124. Η ΚΑΤΑ ΘΕΟΝ ΠΟΛΙΤΕΙΑ

Ἄνθρωπος εἶναι ἐκεῖνος ποὺ κατάλαβε τί εἶναι τὸ σῶμα, ὅτι δηλαδὴ εἶναι φθαρτὸ καὶ ὀλιγοχρόνιο. Ἕνας τέτοιος ἄνθρωπος ἐννοεῖ καὶ τὴν ψυχή, πὼς εἶναι θεία καὶ ἀθάνατη καὶ πνοὴ Θεοῦ, ποὺ συνεδέθη μὲ τὸ σῶμα, γιὰ νὰ ὡριμάσει μέσῳ δοκιμασιῶν καὶ ν᾿ ἀποθεωθεῖ. Ὅποιος κατάλαβε τὴν ψυχή, αὐτὸς πολιτεύεται σωστὰ καὶ ὅπως ἀρέσει στὸ Θεό, χωρὶς νὰ ὑπακούει στὸ σῶμα κι᾿ ἀκόμη, βλέποντας τὸ Θεὸ μὲ τὸ μυαλό του, παρατηρεῖ νοητικὰ καὶ ὅλα ἐκεῖνα τὰ αἰώνια ἀγαθά, ποὺ χαρίζονται στὴν ψυχὴ ἀπὸ τὸ Θεό.

125. ΕΞΟΥΣΙΕΣ ΤΟΥ ΑΝΘΡΩΠΟΥ

Ἐπειδὴ ὁ Θεὸς εἶναι πάντοτε ἀγαθὸς καὶ χωρὶς φθόνο, ἔχει δώσει στὸν ἄνθρωπο τὴν ἐξουσία τοῦ καλοῦ καὶ τοῦ κάκου, ἀφοῦ τοῦ δώρισε γνώση, ὥστε παρατηρώντας τὸν κόσμο καὶ τὰ γινόμενα σ᾿ αὐτὸν νὰ γνωρίσῃ Αὐτὸν ποὺ ἐποίησε τὰ πάντα γιὰ τὸν ἄνθρωπο.

Στὸν ἀσεβῆ, ἐπιτρέπεται νὰ θέλει καὶ νὰ μὴν καταλαβαίνει. Γιατὶ τοῦ ἐπιτρέπεται καὶ νὰ εἶναι ἄπιστος καὶ νὰ ἀστοχεῖ καὶ νὰ νιώθει τὰ ἀντίθετα τῆς ἀλήθειας.

Τόσο μεγάλη ἐξουσία ἔχει ὁ ἄνθρωπος καὶ τοῦ καλοῦ καὶ τοῦ κακοῦ.

126. Ο ΝΟΥΣ ΒΟΗΘΑ ΤΗΝ ΨΥΧΗ

Εἶναι προσταγὴ τοῦ Θεοῦ, μὲ τὴν αὔξηση τοῦ σώματος, νὰ γεμίζει καὶ ἡ ψυχὴ ἀπὸ νοῦν, ὥστε ὁ ἄνθρωπος νὰ ἐκλέξει ἀπὸ τὸ καλὸ καὶ τὸ κακὸ ἐκεῖνο ποὺ τοῦ ἀρέσει.

Ψυχὴ ἡ ὁποία δὲν διαλέγει τὸ καλό, δὲν ἔχει νοῦν. Συνεπῶς ὅλα μὲν τὰ σώματα ἔχουν ψυχή, δὲν λέγεται ὅμως πὼς κάθε ψυχὴ ἔχει νοῦν. Διότι ὁ θεοφιλὴς νοῦς, δημιουργεῖται στοὺς σώφρονος καὶ ὁσίους (τους ἁγνούς) καὶ δικαίους καὶ καθαροὺς καὶ ἀγαθοὺς καὶ ἐλεήμονας καὶ στοὺς εὐσεβεῖς.

Ἡ παρουσία τοῦ νοῦ, ἀποτελεῖ γιὰ τὸν ἄνθρωπο βοήθεια στὴν πορεία τοῦ πρὸς τὸν Θεό.

127. Ο ΑΝΘΡΩΠΟΣ ΣΥΝΟΜΙΛΟΣ ΤΟΥ ΘΕΟΥ

Ἕνα μόνον δὲν ἐπιτρέπεται στὸν ἄνθρωπο, τὸ νὰ εἶναι ἀθάνατος· τοῦ ἐπιτρέπεται νὰ ἑνωθεῖ μὲ τὸν Θεό, ἐὰν καταλάβει ὅτι τὸ μπορεῖ αὐτό. Διότι ὅταν ὁ ἄνθρωπος θέλει καὶ νοεῖ καὶ πιστεύει καὶ ἀγαπᾶ, τότε, μὲ χρηστὴ πολιτεία, γίνεται συνόμιλος τοῦ Θεοῦ (ἤτοι συναναστρέφεται τὸν Θεόν).

128. ΚΑΤΑΝΟΗΣΗ ΤΩΝ ΑΟΡΑΤΩΝ

Τὸ μάτι τοῦ ἀνθρώπου βλέπει μόνον αὐτὰ ποὺ φαίνονται. Ἀλλὰ ὁ νοῦς κατανοεῖ καὶ τὰ ἀόρατα. Διότι ὁ θεοφιλὴς νοῦς, εἶναι φῶς τῆς ψυχῆς. Ἐκεῖνος ποὺ ἔχει νοῦν θεοφιλῆ, ἔχει φωτισμένη καρδιὰ καὶ βλέπει τὸν Θεὸν (νοερά) διὰ μέσου τοῦ ἰδίου τοῦ νοός του.

129. ΚΑΤΑΦΡΟΝΗΣΗ ΤΗΣ ΣΑΡΚΟΣ

Κανεὶς ἀγαθὸς δὲν εἶναι αἰσχρός, ἐκεῖνος ποὺ δὲν εἶναι καλός, εἶναι πάντως κακὸς καὶ φιλοσώματος (φιλοτομαριστής).

Πρώτη ὅμως ἀρετὴ τοῦ ἀνθρώπου εἶναι ἡ καταφρόνησις τῆς σαρκός. Διότι ὁ χωρισμὸς ἀπὸ τὰ πρόσκαιρα, τὰ φθαρτὰ καὶ τὰ ὑλικά, ποὺ γίνεται προαιρετικὰ (μὲ τὴ θέλησή μας) καὶ ὄχι ἀπὸ στέρηση (φτώχεια), μᾶς κάνει κληρονόμους τῶν αἰωνίων καὶ ἀφθάρτων ἀγαθῶν.

130. ΑΥΤΟΓΝΩΣΙΑ ΚΑΙ ΑΓΑΘΑ

Ὅποιος ἔχει νοῦν (ὁ νουνεχὴς καὶ σώφρων) γνωρίζει τί εἶναι ὁ ἐαυτός του, ὅτι δηλ. εἶναι ἄνθρωπος φθαρτός. Κι᾿ ἐκεῖνος ποὺ γνωρίζει τὸν ἐαυτόν του, ὅλα τὰ γνωρίζει, ὅτι εἶναι ποιήματα τοῦ Θεοῦ καὶ ἔγιναν γιὰ τὴ σωτηρία τοῦ ἀνθρώπου. Διότι εἶναι στὴν ἐξουσία τοῦ ἀνθρώπου νὰ τὰ καταλάβει ὅλα καὶ νὰ πιστέψει σωστά. Γνωρίζει ἀσφαλῶς ὁ ἄνθρωπος αὐτὸς ὅτι ὅσοι καταφρονοῦν τὰ βιοτικά, ἔχουν μὲν ἐλάχιστον κόπο (τοὺς κοστίζει αὐτὸ βέβαια κάτι), ἀποκομίζουν ὅμως ἀπόλαυση καὶ αἰώνια ἀνάπαυση παρὰ τοῦ Θεοῦ μετὰ θάνατον.

131. ΨΥΧΗ ΧΩΡΙΣ ΝΟΗΤΙΚΟ

Ὅπως τὸ σῶμα χωρὶς τὴν ψυχὴ εἶναι νεκρό, ἔτσι καὶ ἡ ψυχὴ χωρὶς τὸ νοητικὸ εἶναι ἀργὴ καὶ δὲν μπορεῖ νὰ κληρονομήσει τὸν Θεό.

132. Ο ΘΕΟΣ ΦΙΛΟΣ ΤΟΥ ΑΝΘΡΩΠΟΥ

Μόνον τὸν ἄνθρωπο ἀκούει ὁ Θεός. Μόνον στὸν ἄνθρωπο ὁ Θεὸς φαίνεται. Ὁ Θεὸς εἶναι φιλάνθρωπος (φίλος του ἀνθρώπου), ὅπου κι᾿ ἂν εἶναι καὶ (ταυτόχρονα) Θεός. Μόνος ὁ ἄνθρωπος εἶναι ἄξιος προσκυνητὴς τοῦ Θεοῦ. Γιὰ τὸν ἄνθρωπο ὁ Θεὸς παίρνει ἄλλη μορφὴ (καὶ γίνεται ἄνθρωπος).

133. ΟΛΑ ΓΙΑ ΤΟΝ ΑΝΘΡΩΠΟ ΚΑΙ ΟΜΩΣ…

Ὁ Θεὸς γιὰ τὸν ἄνθρωπο ἐποίησε ὅλο τὸν οὐρανό, ποὺ τὸν στολίζουν τὰ ἄστρα. Γιὰ τὸν ἄνθρωπο ἐποίησε τὴ γῆ. Οἱ ἄνθρωποι (ὅμως) τὴν καλλιεργοῦν γιὰ τοὺς ἑαυτούς των. Ὅσοι δὲν αἰσθάνονται τὴν τόση πρόνοια τοῦ Θεοῦ, εἶναι ἀνόητοι στὴν ψυχή.

134. ΚΑΛΟ ΕΙΝΑΙ ΤΟ ΑΣΥΓΚΡΙΤΟ

Τὸ καλὸ εἶναι ἀφανές, ὅπως καὶ τὰ οὐράνια (πράγματα). Τὸ κακὸ εἶναι φανερό, ὅπως τὰ γήινα. Καλὸ εἶναι αὐτὸ ποὺ δὲν ἔχει σύγκριση (τὸ ἀσύγκριτο). Ὁ ἄνθρωπος ποὺ ἔχει νοῦν διαλέγει τὸ καλλίτερο. Διότι μόνον στὸν ἄνθρωπο εἶναι νοητὸς ὁ (ἀσύγκριτος) Θεὸς καὶ τὰ ποιήματά Του.

135. Ο ΝΟΥΣ ΑΠΟΘΕΩΣΗ ΤΗΣ ΨΥΧΗΣ

Ὁ νοῦς (τὸ νοερὸ – τὸ πνευματικὸ στοιχεῖο τοῦ ἀνθρώπου) φαίνεται στὴν ψυχὴ καὶ ἡ φύσις (τὸ ὑλικὸ – τὸ φθαρτὸ στοιχεῖο) στὸ σῶμα. Ὁ μὲν νοῦς ἀποτελεῖ τὴν ἀποθέωση τῆς ψυχῆς, ἐνῷ στὴ φύση τοῦ σώματος ἐνυπάρχει ἡ διάχυσης (ἡ διάλυσις, ἡ φθορὰ καὶ καταστροφή). Ἐνῷ σὲ κάθε σῶμα ὑπάρχει φύσις, ὄχι ὅμως καὶ σὲ κάθε ψυχὴ νοῦς (δηλ. φρόνησις), γι᾿ αὐτὸ καὶ δὲν σῴζεται κάθε ψυχή.

136. Η ΨΥΧΗ ΓΕΝΝΗΤΗ – Ο ΝΟΥΣ ΑΓΕΝΝΗΤΟΣ

Ἡ ψυχὴ εἶναι στὸν κόσμο, ὡς γεννητή, ἀλλὰ ὁ νοῦς εἶναι ὑπεράνω τοῦ κόσμου, ὡς ἀγέννητος. Ἡ ψυχὴ ὅμως ἡ ὁποία κατανοεῖ τὸν κόσμο καὶ θέλει νὰ σωθεῖ, ἔχει κάθε ὥρα ὡς νόμον ἀπαράβατο καὶ σκέπτεται μέσα τῆς (δυὸ πράγματα):

  • ὅτι τώρα εἶναι ὁ ἀγὼν καὶ ἡ ἐξέτασις καὶ δὲν ἐπιτρέπει (στὸν ἑαυτό της) νὰ κάνη τὸν κριτή,
  • Καὶ ὅτι χάνεται μία ψυχὴ ἢ καὶ σῴζεται ἀπὸ μικρὴ καὶ αἰσχρὴ ἡδονή.

137. ΟΛΑ ΓΙΑ ΤΗ ΣΩΤΗΡΙΑ

Στὴ γῆ κτίστηκαν ἀπὸ τὸ Θεὸ γέννηση καὶ θάνατος. Ἐνῷ στὸν οὐρανὸ πρόνοια καὶ ἀνάγκη. Κι᾿ ὅλα ἔχουν γίνει γιὰ τὸν ἄνθρωπο καὶ τὴ σωτηρία του.

Ὁ Θεός, μὴ ἔχοντας ἀνάγκη ἀπὸ κανένα ἀγαθό, γιὰ τοὺς ἀνθρώπους δημιούργησε οὐρανὸ καὶ γῆ καὶ τὰ στοιχεῖα (τῆς φύσεως), διότι φιλοτιμεῖται νὰ τοὺς δώσει μ᾿ αὐτὰ κάθε ἀπόλαυση.

138. ΘΝΗΤΑ ΚΑΙ ΑΘΑΝΑΤΑ

Τὰ θνητὰ ὑπόκεινται στὰ ἀθάνατα, τὰ δὲ ἀθάνατα ὑπηρετοῦν τοὺς θνητούς, ὑπηρετοῦν δηλαδὴ τὰ στοιχεῖα τῆς φύσεως, τὸν ἄνθρωπο, ἀπὸ τὴ φιλανθρωπία καὶ τὴν ἔμφυτη ἀγαθότητα τοῦ Θεοῦ, ποὺ τὰ ἔκτισε. (Ἀθάνατο ἐννοεῖ ἐδῶ κάθε τι ποὺ διαρκεῖ ἐπὶ μακροτάτων χρόνων).

139. ΕΥΣΕΒΗΣ ΟΠΟΙΟΣ ΔΕΝ ΒΛΑΠΤΕΙ

Ὅποιος φτώχυνε καὶ δὲν μπορεῖ νὰ βλάψει, δὲν ὑπολογίζεται στοὺς εὐσεβεῖς (ἀπὸ τὴν πράξη αὐτή). Ἀλλὰ ἐκεῖνος ποὺ μπορεῖ νὰ βλάψει καὶ δὲν χρησιμοποιεῖ τὴ δύναμή του στὸ κακό, ἀλλὰ λυπᾶται τοὺς ταπεινότερούς (του), ἀπὸ σεβασμὸ στὸ Θεό, ἐκεῖνος λαβαίνει τὶς καλὲς ἀμοιβὲς καὶ μετὰ θάνατον.

140. ΟΙ ΔΡΟΜΟΙ ΤΗΣ ΣΩΤΗΡΙΑΣ

Ἀπὸ τὴ φιλανθρωπία τοῦ Θεοῦ ποὺ μᾶς ἔπλασε, πάρα πολλοὶ εἶναι οἱ δρόμοι γιὰ τὴ σωτηρία, ποὺ ἐπιτρέπουν τὶς ψυχὲς καὶ τὶς ἀνεβάζουν στοὺς οὐρανούς. Γιατὶ οἱ ψυχὲς τῶν ἀνθρώπων ἀπολαμβάνουν κι᾿ ἐξασφαλίζουν, γιὰ μὲν τὴν ἀρετὴ τὶς (πρέπουσες) ἀντιμισθίες καὶ γιὰ τὰ ἁμαρτήματα τὶς τιμωρίες.

141. Η ΑΓΙΑ ΤΡΙΑΣ

Ὁ Υἱὸς εἶναι μέσα στὸν Πατέρα καὶ τὸ Πνεῦμα μέσα στὸν Υἱὸ καὶ ὁ Πατὴρ μέσα καὶ στοὺς δυό. Μὲ τὴν πίστη γνωρίζει ὁ ἄνθρωπος ὅλα τὰ ἀόρατα καὶ νοούμενα· καὶ πίστις εἶναι ἡ θεληματικὴ συγκατάθεσις τῆς ψυχῆς.

142. ΟΙ ΣΩΜΑΤΙΚΕΣ ΗΔΟΝΕΣ ΑΙΤΙΑ ΚΑΤΑΣΤΡΟΦΗΣ

Ὅπως ἀκριβῶς ἐκεῖνοι ποὺ ἀναγκάζονται, σὲ διάφορες περιστάσεις ἢ ἀνάγκες, νὰ κολυμποῦν στὰ μεγάλα ποτάμια, ἂν δὲν τὰ χάσουν, διασῴζονται γιατί, κι᾿ ἂν εἶναι ὁρμητικὰ τὰ ρεύματα, ἔστω κι᾿ ἂν παρ᾿ ὀλίγον νὰ ρουφηχτοῦν, ἂν πιαστοῦν σ᾿ ὁτιδήποτε φυτρωμένο στὶς ὄχθες, γλιτώνουν. Ὅσοι ὅμως βρεθοῦν μεθυσμένοι, ἔστω κι᾿ ἂν χίλιες μύριες φορὲς τέλεια ἔμαθαν νὰ κολυμποῦν, ἐπειδὴ νικῶνται ἀπὸ τὸ κρασί, τὸ ρεῦμα τοὺς παρασύρει κάτω ἀπ᾿ τὸ νερὸ καὶ διαγράφονται ἀπὸ τοὺς ζωντανούς.

Κατὰ τὸν ἴδιο τρόπο καὶ ἡ ψυχή, ὅταν μπλεχθεῖ στὰ σύρματα καὶ στοὺς περισπασμοὺς τῶν ρευμάτων τῆς ζωῆς, ἐὰν δὲν ἔλθει στὰ συγκαλά της, ἀφοῦ ξεζαλιστεῖ ἀπὸ τὴν κακία τῆς ὕλης καὶ δὲν ἐννοήσει ὅτι μολονότι εἶναι θεία καὶ ἀθάνατη, ὅμως συνεδέθη, γιὰ νὰ δοκιμαστῆ, μὲ τὴν ὀλιγόχρονη, πολύπαθη καὶ θνητὴ ὕλη τοῦ σώματος, μέλλει νὰ παρασύρεται ἀπὸ τὶς σωματικὲς ἡδονὲς στὴν καταστροφή, καταφρονώντας τὸν ἑαυτό της καὶ μεθυσμένη ἀπὸ τὴν ἀγνωσία (τοῦ Θεοῦ) μιᾶς καὶ δὲν θ᾿ ἀντιλαμβάνεται τὴν κατάστασή της, οὔτε θὰ βοηθάει τὸν ἑαυτό της, ἀφανίζεται καὶ βρίσκεται ἔξω ἀπὸ τοὺς σῳζόμενους. Διότι πολλάκις τὸ σῶμα μας συμπαρασύρει σὰν ποτάμι πρὸς ἀπρεπεῖς ἡδονές.

143. ΚΥΡΙΑΡΧΙΑ ΣΤΑ ΠΑΘΗ

Ἡ λογικὴ ψυχή, μένοντας ἀμετακίνητη στὴν καλὴ προαίρεση (διάθεση), χαλιναγωγεῖ σὰν τ᾿ ἄλογα τὸ θυμικὸ καὶ τὸ ἐπιθυμητικὸ καὶ νικώντας τὰ ἀκαταλόγιστα πάθη της, τὰ περισφίγγει καὶ καταβάλλοντος τὰ στεφανώνεται καὶ ἀξιώνεται νὰ ἔχει κατοικία στοὺς οὐρανούς.

Αὐτὸ εἶναι ἔπαθλο νίκης καὶ τῶν κόπων, ποὺ λαμβάνει ἀπὸ τὸν Θεὸ ποὺ τὴν ἔκτισε.

144. Η ΠΙΣΤΗ ΨΥΧΗ ΔΕΝ ΘΟΡΥΒΕΙΤΑΙ

Ἡ ἀληθινὰ λογικὴ ψυχή, βλέποντας τὶς εὐτυχίες τῶν πονηρῶν καὶ τὴν εὐημερία τῶν ἀναξίων δὲν θορυβεῖται, σὰν φαντάζεται τὶς ἀπολαύσεις τους στὴ ζωὴ αὐτή, ὅπως οἱ ἀσυλλόγιστοι ἄνθρωποι.

Διότι γνωρίζει πολὺ καλὰ καὶ τῆς τύχης τὸ ἄστατο καὶ τοῦ βίου τὸ ἄδηλο καὶ τῆς ζωῆς τὸ ὀλιγοχρόνιο καὶ τῆς δικαιοσύνης τοῦ Θεοῦ τὸ ἀδωροδόκητο καὶ πιστεύει ἡ ψυχὴ αὐτὴ ὅτι, ἀκόμη καὶ γιὰ τὴν ἀναγκαία τροφή της ὁ Θεὸς δὲν παραμελεῖ.

145. Η ΖΩΗ ΤΩΝ ΑΠΟΛΑΥΣΕΩΝ ΘΑΝΑΤΟΣ ΤΗΣ ΨΥΧΗΣ

Ἡ ζωὴ τοῦ σώματος καὶ ἡ ἀπόλαυσις τοῦ βίου τούτου, μέσα σὲ πολὺν πλοῦτο καὶ σὲ ἐξουσία, καταντοῦν θάνατος τῆς ψυχῆς. Ἐνῷ ὁ κόπος καὶ ἡ ὑπομονὴ καὶ ἡ μετ᾿ εὐχαριστίας στέρησις καὶ ὁ θάνατος (νέκρωσις) τοῦ σώματος, εἶναι ζωὴ καὶ αἰώνια τροφὴ (ἀπόλαυσις) τῆς ψυχῆς.

146. Η ΕΚΛΟΓΗ ΤΗΣ ΑΙΩΝΙΟΤΗΤΑΣ

Ἡ λογικὴ ψυχή, καταφρονώντας τὴν ὑλικὴ κτίση καὶ τὴν ὀλιγόχρονη ζωή, ἐκλέγει καὶ προτιμᾶ τὴν οὐράνια ἀπόλαυση καὶ τὴν αἰώνια ζωή, ποὺ τὴν παίρνει ἀπὸ τὸ Θεὸ μὲ τὴ χρηστὴ πολιτεία (συμπεριφορά).

147. ΜΟΛΥΝΣΗ ΤΗΣ ΨΥΧΗΣ ΑΠΟ ΚΑΚΗ ΣΥΝΑΝΑΣΤΡΟΦΗ

Ὅσοι φοροῦν ροῦχα βουτηγμένα στὴ λάσπη, λερώνουν τὰ ροῦχα αὐτῶν ποὺ θ᾿ ἀκουμπήσουν ἐπάνω τους. Κατὰ τὸν ἴδιο τρόπο καὶ οἱ κακῆς προαιρέσεως, ποὺ ἀκολουθοῦν στραβὸ δρόμο στὴ ζωή, ὅταν συναναστρέφονται μὲ τοὺς ἁπλοϊκώτερους καὶ τοὺς μιλοῦν λόγια ἄπρεπα, μολύνουν σὰν βόρβορος μὲ τὴν ἀκοὴ τὴν ψυχή τους.

148. ΑΡΧΗ ΑΜΑΡΤΙΑΣ ΚΑΙ ΑΡΧΗ ΣΩΤΗΡΙΑΣ

Ἀρχὴ ἁμαρτίας εἶναι ἡ ἐπιθυμία, μὲ τὴν ὁποία χάνεται ἡ λογικὴ ψυχή. Ἀλλὰ ἀρχὴ σωτηρίας καὶ βασιλείας τῶν οὐρανῶν, γίνεται στὴν ψυχὴ ἡ ἀγάπη.

149. ΣΑΝ ΣΚΟΥΡΙΑΣΜΕΝΗ Η ΑΜΕΛΗΣ ΨΥΧΗ

Ὅπως τὸ παραμελημένο χάλκωμα, ποὺ δὲν τὸ περιποιεῖται κανείς, σαπίζει πεταμένο καὶ ἀχρησιμοποίητο ἀπὸ τὴ σκουριά, γίνεται ἄχρηστο καὶ σιχαμερό, κατὰ τὸν ἴδιο τρόπο καὶ ἡ ἀργὴ ψυχή, ποὺ δὲν φροντίζει γιὰ τὴ χρηστὴ πολιτεία καὶ γιὰ τὴν ἐπιστροφὴ πρὸς τὸν Θεό, φθείρεται κι᾿ αὐτή, ὅπως ὁ χαλκὸς ἀπὸ τὴ σκουριὰ καὶ καταντᾶ ποταπὴ καὶ ἄχρηστη πρὸς σωτηρία, ἐπειδὴ χωρίζει τὸν ἑαυτό της, μὲ τὶς πονηρὲς πράξεις τοῦ σκότους, ἀπὸ τὴ σκέπη καὶ προστασία τοῦ Θεοῦ καὶ ἔτσι σωρεύεται ἐπάνω τῆς ἡ κακία, ποὺ μαζεύεται σὰν σκουριὰ ἐπάνω στὴν ὕλη τοῦ σώματος, ἀπὸ τὴν (πνευματική) ἀδιαφορία της.

150. ΑΓΑΘΟΣ, ΑΠΑΘΗΣ ΚΑΙ ΑΜΕΤΑΒΛΗΤΟΣ Ο ΘΕΟΣ

Ὁ Θεὸς εἶναι ἀγαθὸς καὶ ἀπαθὴς καὶ ἀμετάβλητος. Ἐὰν κανεὶς θεωρεῖ εὔλογο καὶ ἀληθινὸ ὅτι δὲν μεταβάλλεται ὁ Θεός, ἀλλὰ ἀπορεῖ: Πῶς χαίρει μὲ τοὺς ἀγαθοὺς καὶ ἀποστρέφεται τοὺς κακούς, ὀργίζεται μὲ ὅσους ἁμαρτάνουν καὶ γίνεται ἴλεως ὅταν λατρεύεται;

Εἶναι πρέπον νὰ εἰποῦμε, ὅτι ὁ Θεὸς οὔτε χαίρει οὔτε ὀργίζεται, διότι τὸ νὰ χαίρει κανεὶς καὶ νὰ λυπᾶται εἶναι πάθος, οὔτε μὲ δῶρα κολακεύεται, διότι θὰ νικιόταν ἀπὸ τὴν ἡδονή. Δὲν εἶναι σωστὸ καὶ δίκαιον, νὰ ἐπηρεάζεται τὸ θεῖον, εὐμενῶς ἢ δυσμενῶς, ἀπὸ τὰ ἀνθρώπινα πράγματα. Ἀλλὰ ὁ Θεὸς εἶναι ἀγαθός. Μόνον ὠφελεῖ καὶ οὐδέποτε βλάπτει. Μένει πάντα ὁ ἴδιος.

Ἐμεῖς ὅμως, μένοντας ἀγαθοί, ἐπειδὴ ἔτσι τοῦ μοιάζουμε, συναπτόμαστε μὲ τὸ Θεό, κι᾿ ἂν γίνομαι κακοί, χωριζόμαστε ἀπὸ τὸ Θεό, ἐπειδὴ παύουμε νὰ τοῦ μοιάζουμε. Ἐὰν ζοῦμε τὴν ἀρετή, προσκολλόμαστε (καὶ ἀφοσιωνόμαστε) στὸ Θεό. Ἐὰν γίνομαι κακοί, τὸν κάνομε ἐχθρό μας (ἀνθρωποπαθῶς), ἀφοῦ δὲν θὰ ὀργίζεται ἄδικα, μιᾶς καὶ τὰ ἁμαρτήματά μας ὄχι μόνον δὲν ἀφήνουν τὸ Θεὸ νὰ λάμπει μέσα μας, ἀλλὰ καὶ μᾶς δένουν μὲ τοὺς δαίμονας, ποὺ θὰ μᾶς κολάσουν.

Ὅταν ὅμως, μὲ προσευχὲς καὶ μὲ καλὰ ἔργα, βρίσκουμε ἄφεση τῶν ἁμαρτιῶν, δὲν ὑπηρετοῦμε τὸ Θεὸ οὔτε τὸν μεταβάλλομε, ἀλλὰ μὲ τὰ ἔργα καὶ μὲ τήν μας πρὸς τὸ θεῖον γιατρεύαμε τὴ δική μας τὴν κακία· καὶ πάλιν ἀπολαμβάναμε τὴν ἀγαθότητα τοῦ Θεοῦ.

Ὥστε εἶναι τὸ ἴδιο νὰ εἰποῦμε πὼς ὁ Θεὸς ἀποστρέφεται τοὺς κακοὺς καὶ ὁ ἥλιος κρύβεται στοὺς στερημένους ὅραση.

151. ΤΙ ΕΙΝΑΙ Η ΕΥΣΕΒΕΙΑ

Ἡ εὐσεβὴς ψυχὴ γνωρίζει τὸ Θεὸ τῶν ὅλων. Διότι ἡ εὐσέβεια δὲν εἶναι τίποτε ἄλλο, παρὰ τὸ νὰ πράττομε τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ, πρᾶγμα ποὺ εἶναι γνώσις τοῦ Θεοῦ καὶ συνίσταται στὸ νὰ εἶναι ὁ ἄνθρωπος ἄφθονος (χωρὶς φθόνο), φρόνιμος, πρᾶος, χαριστικὸς κατὰ δύναμιν, κοινωνικός, ἀφιλόνεικος καὶ ὅτι ἀρεστὸ στὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ.

152. Ο ΦΟΒΟΣ ΘΕΟΥ – ΦΑΡΜΑΚΟ ΠΑΘΩΝ

Ἡ γνώσις (τοῦ θελήματος) τοῦ Θεοῦ καὶ ὁ φόβος τοῦ Θεοῦ εἶναι θεραπευτικὰ μέσα τῶν ὑλικῶν παθῶν. Διότι ἂν κατέχει τὴν ψυχὴ ἡ ἀγνωσία τοῦ Θεοῦ, θὰ μείνουν τὰ πάθη ἀνίατα καὶ θὰ σαπίσουν ὁλότελα τὴν ψυχή. Ἡ ψυχὴ σαπίζει, σὰν ἀπὸ χρόνιο ἕλκος, ἀπὸ τὴν κακία, γιὰ τὴν ὁποία εἶναι ἀνεύθυνος ὁ Θεός, μιᾶς κι ἔστειλε στοὺς ἀνθρώπους ἐπιστήμη καὶ γνώσις.

153. ΕΠΙΣΤΗΜΗ ΚΑΙ ΓΝΩΣΗΣ

Τὸν ἄνθρωπο τὸν γέμισε ὁ Θεὸς μὲ ἐπιστήμη καὶ γνώσις, φροντίζοντας νὰ ξεκαθαρίσει τὰ πάθη καὶ τὴν αὐθαίρετη κακία καὶ θέλοντας, ἀπὸ τὴν ἀγαθότητά Του, νὰ μεταθέσει τὸ θνητὸ στὴν ἀθανασία (νὰ κάμει τὸν ἄνθρωπο ἀθάνατο).

154. ΚΑΘΑΡΟΣ ΝΟΥΣ ΒΛΕΠΕΙ ΤΟ ΘΕΟ

Μόνον ὁ νοῦς ποὺ εἶναι μέσα σὲ καθαρὴ καὶ φιλόθεο ψυχὴ βλέπει ἀληθινὰ τὸν ἀγέννητο καὶ ἀθεώρητο καὶ ἀνείπωτων Θεό, ποὺ εἶναι ὁ μόνος καθαρὸς γιὰ τοὺς καθαροὺς στὴν καρδιά.

155. ΣΤΕΦΑΝΟΣ ΚΑΙ ΒΟΗΘΕΙΑ ΨΥΧΗΣ

Στέφανος ἀφθαρσίας, ἀρετὴ καὶ σωτηρία τοῦ ἀνθρώπου, εἶναι τὸ νὰ ὑποφέρει εὐχαρίστως καὶ μὲ προθυμία τὶς συμφορές.

Μεγίστη βοήθεια τῆς ψυχῆς γίνεται ἡ κυριαρχία θύμου, γλώσσης, κοιλίας, ἡδονῶν.

156. Η ΠΡΟΝΟΙΑ ΤΟΥ ΘΕΟΥ

Ἡ συνεκτικὴ δύναμις τοῦ κόσμου εἶναι ἡ πρόνοια τοῦ Θεοῦ. καὶ δὲν ὑπάρχει πουθενὰ τόπος ἔρημος ἀπὸ τὴ θεία Πρόνοια.

Πρόνοια εἶναι ὁ αὐτοτελὴς (ὁ ἀπολύτως τέλειος) λόγος τοῦ Θεοῦ, ποὺ δίδει τὸν τύπο (τὴ μορφή) τῆς ὕλης ἀπὸ τὴν ὁποία προέρχεται ὁ κόσμος καὶ εἶναι δημιουργὸς καὶ τεχνίτης ὅλων τῶν γινομένων. Γιατὶ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ στολισθεῖ ἡ ὕλη χωρὶς τὴ διακριτικὴ δύναμη τοῦ λόγου, ὁ ὁποῖος εἶναι εἰκόνα καὶ νοῦς καὶ σοφία καὶ πρόνοια τοῦ Θεοῦ.

157. ΠΩΣ ΚΥΛΑ Η ΨΥΧΗ ΣΤΗΝ ΑΜΑΡΤΙΑ

Ἡ ἐπιθυμία, ποὺ προέρχεται ἀπὸ τὴν ἐνθύμηση (ἀναμνήσεις), εἶναι ρίζα τῶν σκοτεινῶν παθῶν.

Ἡ ψυχὴ καθὼς βυθίζεται στὴν ἀνάμνηση τῆς ἐπιθυμίας, ἀγνοεῖ τὸν ἑαυτό της, ὅτι εἶναι πνοὴ Θεοῦ κι ἔτσι κατρακυλάει πρὸς τὸ ἁμάρτημα, χωρὶς νὰ λογαριάζει ἡ ἀνόητη, τὰ μετὰ θάνατον κακά.

158. ΟΙ ΑΝΙΑΤΕΣ ΨΥΧΙΚΕΣ ΑΡΡΩΣΤΙΕΣ

Πιὸ μεγάλη καὶ ἀνίατη ἀρρώστια καὶ ἀπώλεια τῆς ψυχῆς εἶναι ἡ ἀθεΐα καὶ ἡ φιλοδοξία. Διότι (αὐτὰ ποὺ εἶναι) ἡ ἐπιθυμία τοῦ κακοῦ, εἶναι στέρησης τοῦ ἀγαθοῦ. Ἀγαθὸν δὲ εἶναι τὸ νὰ κάνη κανεὶς ἄφθονα ὅλα τὰ καλά, ὅσα ἀρέσουν στὸ Θεὸ τῶν ὅλων.

159. Ο ΘΕΟΣ ΜΟΝΟΝ ΜΕ ΤΟΝ ΑΝΘΡΩΠΟ ΜΙΛΕΙ

Μόνος ὁ ἄνθρωπος εἶναι δεκτικός του Θεοῦ (μπορεῖ νὰ νοήσει τὸν Θεό). Διότι μόνον μ᾿ αὐτὸ τὸ ζῷον ὁμιλεῖ ὁ Θεός, τὴ νύχτα μὲ τὰ ὄνειρα καὶ τὴν ἡμέρα μὲ τὸ νοῦ· καὶ μὲ ὅλα προλέγει καὶ προσημαίνει τὰ μέλλοντα ἀγαθὰ στοὺς ἄξιούς Του ἀνθρώπους.

160. ΓΝΩΣΙΣ ΚΑΙ ΘΕΩΡΙΑ ΤΟΥ ΘΕΟΥ

Τίποτε δὲν εἶναι δύσκολο σ᾿ αὐτὸν ποὺ πιστεύει καὶ θέλει νὰ νοήσει τὸν Θεό. Ἐὰν μάλιστα θέλεις καὶ νὰ τὸν δεῖς, βλέπε τὴν ἁρμονία καὶ τὴν πρόνοια ὅλων ὅσα ἔγιναν καὶ γίνονται μὲ τὸ λόγο Του. Πάντα δὲ (ἔγιναν) γιὰ τὸν ἄνθρωπο.

161. ΑΓΙΟΣ Ο ΚΑΘΑΡΟΣ ΑΠΟ ΚΑΚΙΑ

Ἅγιος ὀνομάζεται ὁ καθαρὸς ἀπὸ κακία καὶ ἁμαρτήματα. Γι᾿ αὐτὸ καὶ μεγαλύτερο κατόρθωμα τῆς ψυχῆς, ποὺ καὶ στὸ Θεὸ ἀρέσει, εἶναι τὸ νὰ μὴν ὑπάρχει κακία στὸν ἄνθρωπο.

162. ΤΟ ΟΝΟΜΑ ΤΟΥ ΘΕΟΥ

Τὸ ὄνομα καθορίζει ἕνα πρᾶγμα μεταξὺ πολλῶν. Ἄρα εἶναι ἀνόητο νὰ νομίζει κανεὶς ὅτι ὁ Θεός, ἐνῷ εἶναι ἕνας καὶ μόνον, ἔχει ἄλλο ὄνομα. Γιατὶ τὸ ὄνομα Θεὸς αὐτὸ ἀκριβῶς σημαίνει: τὸν ἄναρχο ποὺ τὰ ἔφτιασε ὅλα γιὰ τὸν ἄνθρωπο.

163. ΣΥΝΕΙΔΗΣΗ ΚΑΙ ΘΕΟΣ

Ἐὰν ἡ συνείδησίς σου σὲ ἐλέγχει γιὰ πράξεις πονηρὲς καὶ τὶς παραδέχεσαι, τότε κόψε τὲς ἀπὸ τὴν ψυχή σου, προσδοκώντας τὶς καλὲς πράξεις. Διότι ὁ Θεὸς εἶναι δίκαιος καὶ φιλάνθρωπος.

164. ΠΟΙΟΣ Ο ΑΧΩΡΙΣΤΟΣ ΤΟΥ ΘΕΟΥ

Γνωρίζει τὸν Θεὸ καὶ γνωρίζεται ἀπὸ τὸν Θεὸ ὁ ἄνθρωπος ποὺ ἐπιδιώκει μὲ κάθε τρόπο νὰ εἶναι ἀχώριστος ἀπὸ τὸ Θεό. Ἀχώριστός του Θεοῦ γίνεται ὁ ἄνθρωπος ποὺ μένει ἀγαθὸς παρὰ πάντα (τὰ ἐμπόδια) καὶ κυριαρχεῖ σ᾿ ὅλες τὶς ἡδονές, ὄχι ἐπειδὴ τοῦ χορηγήθηκαν λιγοστές, ἀλλὰ ἀπὸ θέληση καὶ ἐγκράτεια δική του.

165. ΤΑ ΕΡΓΑ ΤΗΣ ΝΟΗΤΙΚΗΣ ΨΥΧΗΣ

Εὐεργέτησε αὐτὸν ποὺ σὲ ἀδικεῖ καὶ θάχης φίλο τὸ Θεό. Σὲ κανένα μὴ διαβάλεις τὸν ἐχθρό σου. Ἐξάσκησε ἀγάπη, σωφροσύνη, ὑπομονή, ἐγκράτεια καὶ τὰ ὅμοια. Γιατὶ αὕτη (ἡ ἐξάσκησις) εἶναι ἡ γνῶσις τοῦ Θεοῦ καὶ ἀκολούθησις τοῦ Θεοῦ, μέσῳ ταπεινοφροσύνης καὶ τῶν ὁμοίων ἀρετῶν.

Αὐτὰ δὲν εἶναι ἔργα τῶν τυχόντων, ἀλλὰ ψυχῆς νοητικῆς (ποὺ ἐννοεῖ τὴν πνευματική της φύση).

166. ΔΙΑΚΡΙΤΙΚΑ ΑΓΓΕΛΩΝ – ΑΝΘΡΏΠΩΝ – ΖΩΩΝ ΚΑΙ ΦΥΤΩΝ

Μὲ ἀφορμὴ αὐτοὺς ποὺ τολμοῦν νὰ λέγουν ἀσεβῶς ὅτι τὰ φυτὰ καὶ τὰ λάχανα ἔχουν ψυχή, ἔγραψα τὸ κεφάλαιο αὐτὸ πρὸς χάριν τῶν ἁπλῶν ἀνθρώπων, γιὰ νὰ ἔχουν κάποια εἴδηση (σχετική).

– Τὰ φυτὰ ἔχουν μὲν τὴ φυσικὴ ζωή, ἀλλὰ ψυχὴ δὲν ἔχουν.

– Ὁ ἄνθρωπος λέγεται λογικὸ ζῷον, διότι ἔχει νοῦν (νόηση – σκέψη), (ὁ ὁποῖος νοῦς) καταλαβαίνει καὶ μαθαίνει τέχνες καὶ ἐπιστῆμες.

– Τὰ ἄλλα ὅμως ζῷα τῆς γῆς καὶ τοῦ ἀέρος ἔχουν φωνή, γιατὶ ἔχουν πνεῦμα (πνοή) καὶ ψυχή (αἰσθητικὸ βίον).

– καὶ ὅλα μὲν ὅσα μεγαλώνουν καὶ μικραίνουν (γηράσκουν) εἶναι μὲν ζῷα (ζῶντα ὄντα), γιατὶ ζοῦν καὶ αὐξάνονται, ἀλλὰ δὲν ἔχουν ὅλα ψυχή.

– Εἰς τὰ ζῷα (γενικῶς τὰ ζῶντα ὄντα), διακρίναμε τέσσαρα διάφορα (εἴδη) διότι:

– Ὅλα τὰ ἄλλα δὲν μποροῦν νὰ ὑπάρξουν χωρὶς ζωὴ (ἀφανίζονται μετὰ θάνατον). Κάθε ὅμως ψυχή, μολονότι ἀνθρώπινη, εἶναι ἀεικίνητη ἀπὸ ἕναν τόπο σ᾿ ἄλλον τόπο.

167. ΟΙ ΦΑΝΤΑΣ1ΕΣ ΤΩΝ ΗΔΟΝΩΝ

Ὅταν σοῦ ἔλθουν φαντασίες κάποιας ἡδονῆς, φυλάξου, μήπως ἀμέσως συναρπαγῆς ἀπ᾿ αὐτήν· καὶ ἀφοῦ κυριαρχήσεις λίγο τὴ φαντασία, θυμήσου τὸ θάνατο καὶ σκέψου πὼς εἶναι ἀνώτερη ἡδονή, νὰ ἔχεις συνειδητὴ ἐπίγνωση πὼς νίκησες αὐτὴ τὴν πλάνη τῆς ἡδονῆς.

168. ΠΑΘΟΣ ΚΑΙ ΚΑΚΙΑ

Ὅπως στὴν κάθε γέννηση συνυπάρχει καὶ τὸ πάθος, διότι κάθε τί ποὺ γεννιέται στὴ ζωὴ αὐτὸ καὶ φθείρεται, ἔτσι καὶ στὸ πάθος ἐνυπάρχει ἡ κακία.

Μὴ λοιπὸν πεῖς, ὅτι ὁ Θεὸς δὲν μποροῦσε νὰ κόψη τὴν κακία. Διότι αὐτοὶ ποὺ τὰ λέγουν αὐτά, τὰ λένε ἀπὸ ἀναισθησία καὶ ἀπὸ μωρία.

Δὲν ὑπῆρχε πραγματικὰ ἀνάγκη νὰ κόψη ὁ Θεὸς τὴν ὕλη, διότι αὐτὰ εἶναι πάθη τῆς ὕλης (ὑλικά).

Ὁ Θεὸς ὅμως ξέκοψε τὴν κακία ἀπὸ τοὺς ἀνθρώπους γιὰ τὸ συμφέρον τους καὶ τοὺς δώρισε νοῦν καὶ ἐπιστήμη καὶ γνώση καὶ διάκριση τοῦ καλοῦ, ὥστε, γνωρίζοντας τὴν κακία καὶ ὅτι βλαπτόμαστε ἀπ᾿ αὐτήν, νὰ τὴν ἀποφεύγομε. Ἀλλὰ ὁ ἀνόητος ἄνθρωπος ἀκολουθεῖ τὴν κακία καὶ σεμνοπερηφανεύεται γι᾿ αὐτὴν καὶ μάχεται, σὰν περιπλεγμένος σὲ δίχτυα, κυριευμένος ἐσωτερικὰ ἀπ᾿ αὐτήν, χωρὶς νὰ μπορέσει ποτὲ νὰ ἀνυψωθεῖ διανοητικά, γιὰ νὰ ἰδεῖ καὶ νὰ γνωρίσει τὸν Θεό, ὁ ὁποῖος ὅλα τὰ ἔκαμε πρὸς σωτηρία καὶ ἀποθέωση τοῦ ἀνθρώπου.

169. ΠΟΥ ΤΑΙΡΙΑΖΕΙ ΤΟ ΑΓΑΘΟ ΚΑΙ ΤΟ ΚΑΚΟ

Τὰ θνητὰ (οἱ κακοὶ ἄνθρωποι) φθονοῦν τοὺς ἑαυτοὺς τοὺς γι᾿ αὐτὸ προγνωρίζουν αὐτὸν τὸν θάνατο. (Διότι) κάθε τί τὸ ἀθάνατο εἶναι ἀγαθὸ καὶ γι᾿ αὐτὸ τὸ προσλαμβάνει ἡ ὅσια (ἁγνή) ψυχή. Ἐνῷ κάθε θνητὸ εἶναι κακὸ καὶ γι᾿ αὐτὸ συνταιριάζει μὲ τὴν ἀνόητη καὶ ἄθλια ψυχή.

170. ΣΤΟΝ ΥΠΝΟ ΣΟΥ ΝΑ ΕΥΧΑΡΙΣΤΗΣ ΤΟΝ ΘΕΟΝ

Ὅταν πηγαίνεις εὐχαριστημένος νὰ πέσεις στὸ κρεβάτι σου, ἀφοῦ ἀναλογιστεῖς μέσα σου τὶς εὐεργεσίες καὶ τὴν τόσο μεγάλη πρόνοια τοῦ Θεοῦ, γεμίζεις ἀπὸ ἀγαθὲς ἔννοιες καὶ χαίρεσαι περισσότερο.

Τότε ὁ ὕπνος τοῦ σώματος γίνεται γιὰ σένα ξύπνημα τῆς ψυχῆς καὶ τὸ κλείσιμο τῶν ματιῶν σου γίνεται ἀληθινὴ δράσις τοῦ Θεοῦ καὶ ἡ σιωπή σου, κυοφορώντας μέσα σου τὸ ἀγαθόν, ἀναπέμπει συνειδητά, ἀπὸ τὸ βάθος τῆς ψυχῆς καὶ μ᾿ ὅλη της τὴ δύναμη, δόξα πρὸς τὸ Θεὸ τῶν ὅλων.

Διότι, ὅταν ἀπουσιάζει ἡ κακία ἀπὸ τὸν ἄνθρωπο, τότε, παραπάνω ἀπὸ κάθε πολυτελῆ θυσία, ἡ εὐχαριστία καὶ μόνη ἀρέσει στὸ Θεό. Σ᾿ Αὐτὸν πρέπει ἡ δόξα εἰς τοὺς αἰῶνας τῶν αἰώνων. Ἀμήν.

Από το βιβλίο “Ο Μέγας Αντώνιος”, Εκδόσεις Β. Ρηγοπούλου.

Πηγή Άλοψις