Παράδοση του Νόμου στο Σινά

Ωστόσο ο Θεός ξανακάλεσε τον Μωυσή στο όρος Σινά. Ήθελε να του παραδώσει τον νόμο Του γραμμένο σε λίθινες πλάκες, για να είναι αυτές οι πλάκες η συμφωνία  (διαθήκη) του Θεού με τους ανθρώπους. Αφού έδωσε ο Μωυσής εντολές στον λαό του, τους άφησε τον αδελφό του, τον Ααρών, υπεύθυνο κι ανέβηκε πάλι στο βουνό. Πάλι το σύννεφο της δόξας του Θεού σκέπαζε το βουνό. Σαράντα μέρες και σαράντα νύχτες ο Μωυσής ήταν χαμένος σ’ αυτό το σύννεφο και δεχόταν τις εντολές του Θεού.

Ο λαός είδε ότι ο Μωυσής αργούσε πολύ να κατεβεί από το βουνό. Πλησίασαν λοιπόν τον Ααρών και εντελώς απερίσκεπτα του ζήτησαν να τους φτιάξει έναν θεό, που θα γίνει οδηγός τους, γιατί μάλλον αυτός που τους έβγαλε από την Αίγυπτο, ο Μωυσής, είχε χαθεί. Κι ο Ααρών ασυλλόγιστα  έκανε όπως του ζήτησαν. Μάζεψε όλα τα χρυσά κοσμήματα των γυναικών, τα έλιωσε στη φωτιά κι έφτιαξε ένα χρυσό μοσχάρι. Κι ύστερα το έδειξε στους Ισραηλίτες λέγοντας: «Αυτός είναι ο Θεός σας! Αυτός σας έβγαλε από την Αίγυπτο». Κι όλοι μαζεύτηκαν γύρω από το χρυσό μοσχάρι και πρόσφεραν θυσίες κι ύστερα άρχισαν να τρώνε και να πίνουν σαν να μην είχαν ακούσει ποτέ τις εντολές του Θεού, σαν να μην είχαν ζήσει την αγάπη και την πρόνοιά Του. Τότε ο Θεός είπε στον Μωυσή: «Γρήγορα κατέβα από το βουνό. Ο λαός σου που τον ελευθέρωσα από την Αίγυπτο έπεσε σε βαριά παρανομία. Άφησέ με, Μωυσή, να δείξω το θυμό μου και να τους καταστρέψω. Και μόνο από τους απογόνους σου να φτιάξω έθνος ισχυρό και δοξασμένο».

«Όχι, Κύριε», παρακάλεσε ο Μωυσής, «δείξε, σε παρακαλώ, το έλεος και τη φιλανθρωπία σου. Ξέχασε την οργή σου και δες με στοργή τον λαό σου. Θυμήσου τον Αβραάμ, τον Ισαάκ και τον Ιακώβ που σε υπηρέτησαν με αφοσίωση και την υπόσχεση που τους έδωσες». Χάρη στην παράκληση αυτή του Μωυσή ο Θεός συγχώρεσε τον λαό του και παραμέρισε τη δίκαιη οργή Του. Για άλλη μια φορά η αγάπη Του νίκησε τη Δικαιοσύνη Του.

Πηγή Πεμπτουσία