Ο Ιώβ

https://i1.wp.com/pemptousia-2.wpengine.netdna-cdn.com/wp-content/uploads/2014/01/24_Iob.jpg?w=1160

Η ιστορία του Ιώβ αναφέρεται στο ομώνυμο βιβλίο της Παλαιάς Διαθήκης. Εξυμνεί την υπομονή του ανθρώπου απέναντι στις κακουχίες και στις δοκιμασίες που του έρχονται. Από την ιστορία αυτή βγήκε η παροιμιώδης φράση «ιώβειος υπομονή». Αυτά που αναφέρονται συνέβησαν πριν από την αιχμαλωσία στην Αίγυπτο.

Στη χώρα που βρίσκεται στα νότια της Νεκράς Θάλασσας και τότε ονομαζόταν Αυσίτιδα ζούσε κάποτε ένας άνθρωπος που ονομαζόταν Ιώβ. Ήταν δίκαιος και η ζωή του ήταν πολύ προσεχτική, σύμφωνη με το θέλημα του Θεού. Είχε αποκτήσει επτά γιους και τρεις θυγατέρες. Είχε πολύ μεγάλη περιουσία, κοπάδια από χιλιάδες γιδοπρόβατα και καμήλες, εκατοντάδες βόδια και γαϊδούρια και πλήθος υπηρετών. Κάθε πρωί πρόσφερε θυσία στον Θεό και τον παρακαλούσε να συγχωρέσει αυτόν και τα παιδιά του, αν είχαν κάνει κάτι κακό.

Ο Θεός θέλησε να δοκιμάσει την πίστη και την ευσέβεια του Ιώβ, γι’ αυτό επέτρεψε να περάσει σκληρές δοκιμασίες. Μια μέρα λοιπόν έρχεται ένας υπηρέτης και του λέει: «Όλα σου τα βόδια που όργωναν και τα γαϊδούρια που έβοσκαν εκεί κοντά τα άρπαξαν Σαβαίοι ληστές. Σκότωσαν με τα ξίφη τους τους δούλους σου. Μόνο εγώ κατάφερα να γλιτώσω κι έτρεξα να σου φέρω τα νέα». Ενώ μιλούσε ακόμα ο υπηρέτης, έρχεται άλλος αγγελιοφόρος και του λέει: «Φωτιά έπεσε από τον ουρανό κι έκαψε τα πρόβατα και τους δούλους σου. Τα έκανε όλα στάχτη! Μόνο εγώ γλίτωσα και σου φέρνω τα νέα». Και τρίτος δούλος έρχεται σε λίγο και του λέει: «Τρεις ομάδες Χαλδαίων ρίχτηκαν στις καμήλες και τις άρπαξαν και σκότωσαν τους δούλους σου. Εγώ μόνο γλίτωσα». Και πριν καλά καλά τελειώσει κι αυτός, έρχεται τέταρτος αγγελιοφόρος και φέρνει το πιο σκληρό μήνυμα: «Οι γιοι σου και οι θυγατέρες σου έτρωγαν κι έπιναν στο σπίτι του μεγαλύτερου γιου σου. Ξαφνικά φύσηξε δυνατός άνεμος από την έρημο, χτύπησε το σπίτι από παντού και το γκρέμισε! Τα παιδιά σου πλακώθηκαν από τα ερείπια και σκοτώθηκαν όλα!».

Τότε ο Ιώβ σηκώθηκε, ξέσχισε τα ρούχα του και ξύρισε το κεφάλι του, έπεσε καταγής, προσκύνησε τον Θεό και είπε: «Ο Κύριος μου τα έδωσε όλα, ο Κύριος μου τα πήρε! Εγώ γυμνός βγήκα από την κοιλιά της μάνας μου, γυμνός θα επιστρέψω στη μάνα γη. Ας είναι δοξασμένο το όνομα του Κυρίου!». Έτσι ο Ιώβ παρά τις συμφορές δεν αμάρτησε.

Ο Θεός όμως θέλησε να τον δοκιμάσει ακόμα πιο σκληρά και του στέλνει μια φοβερή αρρώστια. Το σώμα του γέμισε πληγές. Ο Ιώβ όλη μέρα έξυνε τις πληγές μ’ ένα όστρακο και καθόταν πάνω σε στάχτες και κοπριές χωρίς ελπίδα και περίμενε μόνο να νυχτώσει και να περάσει η μέρα κι ο καιρός. Αλλά παράπονο δεν βγήκε από το στόμα του για τον Θεό. Η γυναίκα του απελπισμένη κι αυτή του έλεγε: «Ακόμα επιμένεις στην ευσέβειά σου; Βλαστήμα τον Θεό και πέθανε». Εκείνος της απαντούσε: «Μιλάς σαν ανόητη. Μόνο τα καλά θα δεχόμαστε από τον Θεό; Δεν πρέπει να δεχτούμε και τα άσχημα;».

Είδε ο Θεός την πίστη και την υπομονή του Ιώβ και βεβαιώθηκε πως ήταν δίκαιος και τον ευλόγησε ακόμα πιο πολύ. Απέκτησε δεκατέσσερις χιλιάδες πρόβατα και έξι χιλιάδες καμήλες, χίλια ζευγάρια βόδια και χίλια γαϊδούρια. Απέκτησε δε και επτά γιους και τρεις θυγατέρες. Σε κανένα μέρος της γης δεν υπήρχαν πιο όμορφα κορίτσια από τις κόρες του Ιώβ.

Έζησε άλλα εκατόν σαράντα χρόνια κι αξιώθηκε να δει τα εγγόνια των εγγονών του. Πέθανε ευλογημένος από τον Θεό σε βαθιά γεράματα κι έγινε για όλους μας παράδειγμα υπομονής και πίστης.

Η ιστορία του Ιώβ αναφέρεται στο ομώνυμο βιβλίο της Παλαιάς Διαθήκης. Εξυμνεί την υπομονή του ανθρώπου απέναντι στις κακουχίες και στις δοκιμασίες που του έρχονται. Από την ιστορία αυτή βγήκε η παροιμιώδης φράση «ιώβειος υπομονή». Αυτά που αναφέρονται συνέβησαν πριν από την αιχμαλωσία στην Αίγυπτο.

Στη χώρα που βρίσκεται στα νότια της Νεκράς Θάλασσας και τότε ονομαζόταν Αυσίτιδα ζούσε κάποτε ένας άνθρωπος που ονομαζόταν Ιώβ. Ήταν δίκαιος και η ζωή του ήταν πολύ προσεχτική, σύμφωνη με το θέλημα του Θεού. Είχε αποκτήσει επτά γιους και τρεις θυγατέρες. Είχε πολύ μεγάλη περιουσία, κοπάδια από χιλιάδες γιδοπρόβατα και καμήλες, εκατοντάδες βόδια και γαϊδούρια και πλήθος υπηρετών. Κάθε πρωί πρόσφερε θυσία στον Θεό και τον παρακαλούσε να συγχωρέσει αυτόν και τα παιδιά του, αν είχαν κάνει κάτι κακό.

Ο Θεός θέλησε να δοκιμάσει την πίστη και την ευσέβεια του Ιώβ, γι’ αυτό επέτρεψε να περάσει σκληρές δοκιμασίες. Μια μέρα λοιπόν έρχεται ένας υπηρέτης και του λέει: «Όλα σου τα βόδια που όργωναν και τα γαϊδούρια που έβοσκαν εκεί κοντά τα άρπαξαν Σαβαίοι ληστές. Σκότωσαν με τα ξίφη τους τους δούλους σου. Μόνο εγώ κατάφερα να γλιτώσω κι έτρεξα να σου φέρω τα νέα». Ενώ μιλούσε ακόμα ο υπηρέτης, έρχεται άλλος αγγελιοφόρος και του λέει: «Φωτιά έπεσε από τον ουρανό κι έκαψε τα πρόβατα και τους δούλους σου. Τα έκανε όλα στάχτη! Μόνο εγώ γλίτωσα και σου φέρνω τα νέα». Και τρίτος δούλος έρχεται σε λίγο και του λέει: «Τρεις ομάδες Χαλδαίων ρίχτηκαν στις καμήλες και τις άρπαξαν και σκότωσαν τους δούλους σου. Εγώ μόνο γλίτωσα». Και πριν καλά καλά τελειώσει κι αυτός, έρχεται τέταρτος αγγελιοφόρος και φέρνει το πιο σκληρό μήνυμα: «Οι γιοι σου και οι θυγατέρες σου έτρωγαν κι έπιναν στο σπίτι του μεγαλύτερου γιου σου. Ξαφνικά φύσηξε δυνατός άνεμος από την έρημο, χτύπησε το σπίτι από παντού και το γκρέμισε! Τα παιδιά σου πλακώθηκαν από τα ερείπια και σκοτώθηκαν όλα!».

Τότε ο Ιώβ σηκώθηκε, ξέσχισε τα ρούχα του και ξύρισε το κεφάλι του, έπεσε καταγής, προσκύνησε τον Θεό και είπε: «Ο Κύριος μου τα έδωσε όλα, ο Κύριος μου τα πήρε! Εγώ γυμνός βγήκα από την κοιλιά της μάνας μου, γυμνός θα επιστρέψω στη μάνα γη. Ας είναι δοξασμένο το όνομα του Κυρίου!». Έτσι ο Ιώβ παρά τις συμφορές δεν αμάρτησε.

Ο Θεός όμως θέλησε να τον δοκιμάσει ακόμα πιο σκληρά και του στέλνει μια φοβερή αρρώστια. Το σώμα του γέμισε πληγές. Ο Ιώβ όλη μέρα έξυνε τις πληγές μ’ ένα όστρακο και καθόταν πάνω σε στάχτες και κοπριές χωρίς ελπίδα και περίμενε μόνο να νυχτώσει και να περάσει η μέρα κι ο καιρός. Αλλά παράπονο δεν βγήκε από το στόμα του για τον Θεό. Η γυναίκα του απελπισμένη κι αυτή του έλεγε: «Ακόμα επιμένεις στην ευσέβειά σου; Βλαστήμα τον Θεό και πέθανε». Εκείνος της απαντούσε: «Μιλάς σαν ανόητη. Μόνο τα καλά θα δεχόμαστε από τον Θεό; Δεν πρέπει να δεχτούμε και τα άσχημα;».

Είδε ο Θεός την πίστη και την υπομονή του Ιώβ και βεβαιώθηκε πως ήταν δίκαιος και τον ευλόγησε ακόμα πιο πολύ. Απέκτησε δεκατέσσερις χιλιάδες πρόβατα και έξι χιλιάδες καμήλες, χίλια ζευγάρια βόδια και χίλια γαϊδούρια. Απέκτησε δε και επτά γιους και τρεις θυγατέρες. Σε κανένα μέρος της γης δεν υπήρχαν πιο όμορφα κορίτσια από τις κόρες του Ιώβ.

Έζησε άλλα εκατόν σαράντα χρόνια κι αξιώθηκε να δει τα εγγόνια των εγγονών του. Πέθανε ευλογημένος από τον Θεό σε βαθιά γεράματα κι έγινε για όλους μας παράδειγμα υπομονής και πίστης.

Πηγή Πεμπτουσία