Ο Ιακώβ συναντά τον Ιωσήφ

Ωστόσο η πείνα συνεχιζόταν. Τα τρόφιμα που έφεραν από την Αίγυπτο τελείωναν. Τα εννιά αδέλφια έπρεπε να ξαναπάνε. Αλλά πώς; Χωρίς τον Βενιαμίν δεν θα τους δεχόταν εκείνος ο παράξενος μεγάλος άρχοντας. Με πολλά παρακάλια πείσθηκε ο Ιακώβ να τους τον δώσει. Τους έδωσε δώρα και τα διπλάσια χρήματα, για να πληρώσουν και το προηγούμενο σιτάρι και τους ξεπροβόδισε με ευχές και ευλογίες.

Όταν παρουσιάστηκαν στον Ιωσήφ, τους δέχτηκε με καλοσύνη και τους ρώτησε για τον πατέρα τους. Ύστερα τους παρουσίασε τον Συμεών και τους έκανε το τραπέζι. Τους έβαλε μάλιστα να καθίσουν με τη σειρά ηλικίας, πράγμα που τους παραξένεψε πολύ. Εκείνος δεν κάθισε δίπλα τους, γιατί δεν μπορούσε να κρύψει τη συγκίνησή του. Διέταξε να φορτώσουν τα ζώα τους μ’ όλα τα αγαθά, έβαλε μέσα στα σακιά τους τα χρήματα που του έδωσαν και στου Βενιαμίν το σακί το ασημένιο του κύπελλο και τους ξεπροβόδισε.

Την άλλη μέρα ξεκίνησαν το ταξίδι στην πατρίδα χαρούμενοι, γιατί επέστρεφαν όλοι μαζί. Στον δρόμο τους πρόλαβαν καβαλάρηδες στρατιώτες του Ιωσήφ. Τους σταμάτησαν και τους μίλησαν πολύ αυστηρά: «Είστε κλέφτες. Κλέψατε το ασημένιο κύπελλο του κυρίου μας που τόσο καλά σας φέρθηκε». Τ’ αδέλφια σάστισαν. «Σ’ όποιον βρεθεί το κύπελλο, εκείνον πιάστε τον και πάρτε τον στον κύριό σας», είπαν, σίγουροι ότι κανείς δεν το είχε κλέψει. Όταν το κύπελλο βρέθηκε στο σακί του Βενιαμίν, τους έπιασε όλους απελπισία. Γύρισαν πίσω και παρουσιάστηκαν στον άρχοντα Ιωσήφ. «Κύριε, σε παρακαλούμε, πάρε μας όλους δούλους σου, αλλά αυτόν στείλ’ τον στον πατέρα μας. Είναι πολύ ηλικιωμένος κι αν στερηθεί τον Βενιαμίν, θα πεθάνει».

Τότε ο Ιωσήφ δεν άντεξε άλλο. Έδιωξε τους Αιγύπτιους υπηρέτες του και με δάκρυα φανέρωσε στ’ αδέλφια του ποιος ήταν: «Εσείς με πουλήσατε, αλλά ο Θεός με έσωσε και με προστάτεψε και τώρα βρίσκομαι σ’ αυτήν τη θέση. Αλλά μη φοβάστε, σας έχω συγχωρέσει, σας αγαπώ και θα σας βοηθήσω. Τα χρόνια της πείνας δεν θα τελειώσουν γρήγορα. Πηγαίνετε να φέρετε εδώ τον πατέρα μας κι όλες τις οικογένειές σας. Θα σας εγκαταστήσω στην καλύτερη περιοχή της Αιγύπτου».

Πράγματι, μετά από αρκετές ημέρες ο Ιακώβ έφτασε στην Αίγυπτο με τα παιδιά, τις νύφες και τα εγγόνια του, με τους υπηρέτες και τα κοπάδια του. Ο Ιωσήφ τον υποδέχτηκε με τιμές βασιλικές και εγκατέστησε την οικογένειά του σε μια εύφορη πεδιάδα.

Στα 147 του χρόνια ο Ιακώβ κατάλαβε ότι πλησίαζε το τέλος του. Κάλεσε όλα του τα παιδιά και τα εγγόνια και τα ευλόγησε, ιδιαίτερα τον Ιωσήφ και τα παιδιά του, και τα συμβούλεψε να μην ξεχάσουν ποτέ τον αληθινό Θεό. Προφήτευσε μάλιστα πως από τη γενιά του Ιούδα θα γεννιόταν ο Μεσσίας, ο Σωτήρας του κόσμου. Όταν πέθανε, θάφτηκε στη Γη Χαναάν.

Τα παιδιά και τα εγγόνια του και οι απόγονοί τους έμειναν στην Αίγυπτο κι έγιναν ένα μεγάλο έθνος, οι Ισραηλίτες. Δεν ξέχασαν τον αληθινό Θεό, παρόλο που ζούσαν ανάμεσα σε ειδωλολάτρες.

Πηγή Πεμπτουσία