Ο Θεός σου είναι ακόμα μαζί σου!

Ἕνας ἀδελφὸς πολεμήθηκε ἀπὸ τὸν δαίμονα τῆς πορνείας, καὶ κάποτε ποὺ περνοῦσε ἀπὸ κάποια κωμόπολη τῆς Αἰγύπτου, ἔτυχε νὰ δεῖ μία γυναίκα ὄμορφη, θυγατέρα τοῦ ἱερέα τῶν εἰδωλολατρῶν, καὶ ἀμέσως τὴν ἐρωτεύτηκε.

Πῆγε λοιπὸν στὸν πατέρα της καὶ τοῦ εἶπε: «Δῶσε μου τὴν κόρη σου γιὰ γυναίκα».

Ἐκεῖνος τοῦ ἀποκρίθηκε: «Δὲν μπορῶ νὰ σοῦ τὴ δώσω, πρὶν συμβουλευτῶ τὸν θεό μου».

Πῆγε λοιπὸν στὸν δαίμονα* καὶ τὸν ρώτησε: «Ἦρθε κάποιος μοναχὸς καὶ θέλει τὴν κόρη μου. Νὰ τοῦ τὴ δώσω;»

Ὁ δαίμονας ἀποκρίθηκε: «Ρώτησέ τον ἂν ἀρνεῖται τὸν Θεό του καὶ τὸ βάπτισμα καὶ τὴ μοναχικὴ ὑπόσχεση».

Γύρισε λοιπὸν στὸν ἀδελφὸ ὁ ἱερέας τῶν δαιμόνων καὶ τοῦ εἶπε: «Ἀρνεῖσαι τὸν Θεό σου καὶ τὸ βάπτισμα καὶ τὴ μοναχικὴ ὑπόσχεση;»

Ὁ ἀδελφὸς συμφώνησε, καὶ ἀμέσως εἶδε κάτι σὰν περιστέρι νὰ βγαίνει ἀπὸ τὸ στόμα του καὶ νὰ πετᾶ στὸν οὐρανό. Ξαναπῆγε ὁ ἱερέας στὸν δαίμονα καὶ τοῦ εἶπε: «Ἐντάξει, συμφώνησε».

Τότε ὁ δαίμονας τοῦ ἀποκρίθηκε: «Μὴν τοῦ δώσεις τὴν κόρη σου γιὰ γυναίκα, γιατὶ ὁ Θεός του δὲν ἀπομακρύνθηκε ἀπὸ αὐτόν, ἀλλὰ ἀκόμη τὸν βοηθᾶ».

Ξαναγύρισε λοιπὸν ὁ μιαρὸς ἱερέας καὶ εἶπε στὸν ἀδελφό: «Δὲν μπορῶ νὰ σοῦ τὴ δώσω, γιατὶ ὁ Θεός σου εἶναι μαζί σου καὶ ἀκόμη σὲ βοηθᾶ».

Ὅταν τὸ ἄκουσε ὁ ἀδελφός, ἦρθε σὲ κατάνυξη καὶ συλλογίστηκε: «Ἐνῷ ὁ Θεὸς μὲ ἀξίωσε νὰ λάβω τόσο πολλὰ ἀγαθά, ἀπὸ τὴν ἀγαθότητά του καὶ μόνο, ἐγὼ ὁ ἄθλιος καὶ ταλαίπωρος ἀρνήθηκα καὶ αὐτὸν καὶ τὸ βάπτισμα καὶ τὴ μοναχικὴ ὑπόσχεση.

Καὶ αὐτὸς μὲ βοηθᾶ καὶ ἀκόμη δὲν ἀπομακρύνθηκε ἀπὸ ἐμένα ποὺ τὸν πρόδωσα μὲ τέτοιον τρόπο. Δὲν πρέπει λοιπὸν καὶ ἐγὼ νὰ καταφύγω σὲ αὐτόν, ἔχοντας θάρρος στὴν ἄπειρη ἀγαθότητά του;»

Συνετισμένος λοιπὸν κατευθύνθηκε στὴν ἔρημο, πῆγε σὲ κάποιον γέροντα καὶ τοῦ διηγήθηκε τὸ γεγονός.

Καὶ ὁ γέροντας τοῦ εἶπε: «Κάθισε μαζί μου στὴ σπηλιὰ καὶ νήστεψε τρεῖς ἑβδομάδες «ζευγάρια», δηλαδὴ δύο μέρες νηστικὸς καὶ τὴν τρίτη λίγο νὰ τρῶς, καὶ ἐγὼ θὰ παρακαλέσω γιὰ χάρη σου τὸν Θεό».

Πραγματικά, ὁ γέροντας κοπίασε πολὺ γιὰ χάρη τοῦ ἀδελφοῦ καὶ παρακάλεσε τὸν Θεὸ λέγοντας: «Σὲ παρακαλῶ, Κύριε, χάρισέ μου αὐτὴ τὴν ψυχή, καὶ δέξου τὴ μετάνοιά της».

Καὶ ὁ Θεὸς τὸν ἄκουσε.

Μετὰ τὴ μία ἑβδομάδα πῆγε ὁ γέροντας στὸν ἀδελφὸ καὶ τὸν ρώτησε: «Εἶδες τίποτε;»

«Ναί», ἀποκρίθηκε ἐκεῖνος, «εἶδα τὸ περιστέρι ψηλὰ στὸν οὐρανὸ ἐπάνω ἀπὸ τὸ κεφάλι μου».

Καὶ ὁ γέροντας τοῦ εἶπε: «Πρόσεχε τὸν ἑαυτό σου καὶ παρακάλεσε θερμὰ τὸν Θεὸ» καὶ τὸν ἄφησε πάλι μόνο.

Ὅταν πέρασε καὶ ἡ δεύτερη ἑβδομάδα, πῆγε πάλι ὁ γέροντας στὸν ἀδελφὸ καὶ τὸν ξαναρώτησε: «Εἶδες τίποτε;»

Ἐκεῖνος ἀπάντησε: «Εἶδα τὸ περιστέρι κοντὰ στὸ κεφάλι μου».

Ὁ γέροντας τὸν συμβούλεψε καὶ πάλι νὰ προσέχει καὶ νὰ προσεύχεται καὶ ἔφυγε.

Μὲ τὴ συμπλήρωση καὶ τῆς τρίτης ἑβδομάδας ὁ γέροντας πῆγε καὶ τοῦ εἶπε: «Μήπως εἶδες τίποτε ἄλλο;»

«Εἶδα», ἀποκρίθηκε, «ὅτι τὸ περιστέρι ἦρθε καὶ κάθισε στὸ κεφάλι μου. Ἅπλωσα τὸ χέρι μου νὰ τὸ πιάσω, καὶ αὐτὸ μπῆκε στὸ στόμα μου».

Ἀκούγοντάς το ὁ γέροντας εὐχαρίστησε τὸν Θεὸ καὶ εἶπε στὸν ἀδελφό: «Αὐτὸ δείχνει ὅτι ὁ Θεὸς δέχτηκε τὴ μετάνοιά σου. Στὸ ἑξῆς νὰ προσέχεις τὸν ἑαυτό σου».

Καὶ ἐκεῖνος εἶπε: «Ἀπὸ ἐδῶ καὶ πέρα θὰ μείνω μαζί σου, ἀββᾶ, καὶ δὲν θὰ σὲ ἀποχωριστῶ ὣς τὸν θάνατό μου».

Καὶ ἔμεινε πλέον ὁ ἀδελφὸς μὲ τὸν γέροντα ἀχώριστος.

* Στοὺς ἀσκητικούς, καὶ γενικὰ στοὺς χριστιανοὺς συγγραφεῖς, εἶναι κοινὴ ἡ πεποίθηση, βασισμένη στὴν Παλαιὰ Διαθήκη, ὅτι οἱ θεοὶ τῶν ἐθνῶν εἶναι δαιμόνια (Ψαλμ. 95, 5).

Ἀπὸ τὸ βιβλίο Εὐεργετινός – Λόγοι καὶ Διδασκαλίες Ἁγίων Πατέρων, ἐκδ. Τὸ περιβόλι τῆς Παναγίας.

Πηγή «σπιτὰκι τῆς  Μέλιας»

ΠΕΙΡΑΙΚΗ ΕΚΚΛΗΣΙΑ
Μηνιαία ἔκδοση Ἱερᾶς Μητροπόλεως Πειραιῶς
Ἔτος 20ο  – Τεῦχος 211 – Ἰανουάριος 2010