Ο Δανιήλ και ο Βαλτάσαρ

Μετά τον Ναβουχοδονόσορα έγινε βασιλιάς των Βαβυλωνίων ο γιος του, ο Βαλτάσαρ. Κι αυτός τίμησε πολύ τον Δανιήλ. Συνέβη μάλιστα το εξής περιστατικό:

Κάποτε ο Βαλτάσαρ έκανε μεγάλο τραπέζι με πολλούς καλεσμένους. Ήπιαν όλοι πολύ και μέθυσαν. Μεθυσμένος κι ο βασιλιάς έδωσε εντολή να φέρουν στο παλάτι τα ιερά σκεύη του Ναού των Εβραίων και να πιουν από κει κρασί. Πράγματι, έτσι έγινε. Έφεραν τα σκεύη, έβαλαν μέσα κρασί κι έπιναν ο βασιλιάς κι οι καλεσμένοι του. Ξαφνικά φάνηκε ένα χέρι να γράφει στον τοίχο του παλατιού μια παράξενη γραφή. Ο βασιλιάς κι οι καλεσμένοι του, παρά το μεθύσι τους, κατάλαβαν ότι αυτό που συνέβαινε ήταν θεϊκό σημάδι και τους έπιασε φόβος και τρόμος. Ρωτήθηκαν όλοι οι σοφοί, οι μάντεις, οι μάγοι του βασιλείου. Κανένας δεν μπορούσε να καταλάβει τα γράμματα του τοίχου και να εξηγήσει πώς γράφτηκαν. Τότε η μητέρα του βασιλιά είπε στον Βαλτάσαρ ότι ο διοικητής της Βαβυλώνας, ο Δανιήλ, που και ο πατέρας του τον εμπιστευόταν και τον εκτιμούσε πολύ, μόνο αυτός θα  ήταν ικανός να ερμηνεύσει την παράξενη γραφή. Αμέσως ο Βαλτάσαρ κάλεσε τον Δανιήλ και του ζήτησε να του ερμηνεύσει τα γραμμένα. Του υποσχέθηκε μάλιστα βασιλικά ρούχα και πολύ χρυσάφι και την τρίτη θέση ανάμεσα στους άρχοντες της Βαβυλώνας.

Ο Δανιήλ του είπε τα εξής: «Κράτησε, βασιλιά μου, τα δώρα σου και άκου προσεκτικά τι θα σου πω. Ο αληθινός Θεός, που τώρα με φωτίζει να σου πω αυτά τα λόγια, έκαμε τον πατέρα σου μεγάλο βασιλιά και του χάρισε πλούτο και δύναμη και δόξα. Όταν όμως η καρδιά του έγινε σκληρή και περήφανη έχασε το βασιλικό θρόνο, οι δικοί του οι άνθρωποι τον καταδίωξαν και ζούσε σαν άγριο θηρίο στις ερημιές, μέχρι την ώρα που πίστεψε στον αληθινό Θεό. Εσύ, ο γιος εκείνου που όλα αυτά τα γνώριζες, δεν ταπεινώθηκες μπροστά στον Θεό. Λάτρεψες τους ξύλινους, τους σιδερένιους, τους πέτρινους θεούς κι αρνήθηκες τον μόνο αληθινό Θεό. Μάλιστα διέπραξες και μια φοβερή αμαρτία. Διέταξες να φέρουν στο τραπέζι σου τα σκεύη του Ναού για να πιεις εσύ κι οι καλεσμένοι σου κρασί. Γι’ αυτό τον λόγο έστειλε ο Θεός αυτό το χέρι να γράψει τα φοβερά λόγια: «Μανή, θεκέλ, φάρες» που θα πει: Μέτρησε ο Θεός τη βασιλεία σου και την τελείωσε. Σε ζύγισε και βρέθηκες ελλιπής. Διαιρέθηκε η βασιλεία σου και δόθηκε στους Μήδους».

Ο βασιλιάς εντυπωσιάστηκε από τα λόγια του Δανιήλ. Διέταξε να τον ντύσουν βασιλικά και τον όρισε τρίτο άρχοντα του βασιλείου του. Την ίδια όμως νύχτα ο Βαλτάσαρ δολοφονήθηκε και το βαβυλωνιακό κράτος καταλύθηκε από τους Μήδους. Βασιλιάς τώρα έγινε ο Δαρείος.

Μετά τον Ναβουχοδονόσορα έγινε βασιλιάς των Βαβυλωνίων ο γιος του, ο Βαλτάσαρ. Κι αυτός τίμησε πολύ τον Δανιήλ. Συνέβη μάλιστα το εξής περιστατικό:

Κάποτε ο Βαλτάσαρ έκανε μεγάλο τραπέζι με πολλούς καλεσμένους. Ήπιαν όλοι πολύ και μέθυσαν. Μεθυσμένος κι ο βασιλιάς έδωσε εντολή να φέρουν στο παλάτι τα ιερά σκεύη του Ναού των Εβραίων και να πιουν από κει κρασί. Πράγματι, έτσι έγινε. Έφεραν τα σκεύη, έβαλαν μέσα κρασί κι έπιναν ο βασιλιάς κι οι καλεσμένοι του. Ξαφνικά φάνηκε ένα χέρι να γράφει στον τοίχο του παλατιού μια παράξενη γραφή. Ο βασιλιάς κι οι καλεσμένοι του, παρά το μεθύσι τους, κατάλαβαν ότι αυτό που συνέβαινε ήταν θεϊκό σημάδι και τους έπιασε φόβος και τρόμος. Ρωτήθηκαν όλοι οι σοφοί, οι μάντεις, οι μάγοι του βασιλείου. Κανένας δεν μπορούσε να καταλάβει τα γράμματα του τοίχου και να εξηγήσει πώς γράφτηκαν. Τότε η μητέρα του βασιλιά είπε στον Βαλτάσαρ ότι ο διοικητής της Βαβυλώνας, ο Δανιήλ, που και ο πατέρας του τον εμπιστευόταν και τον εκτιμούσε πολύ, μόνο αυτός θα  ήταν ικανός να ερμηνεύσει την παράξενη γραφή. Αμέσως ο Βαλτάσαρ κάλεσε τον Δανιήλ και του ζήτησε να του ερμηνεύσει τα γραμμένα. Του υποσχέθηκε μάλιστα βασιλικά ρούχα και πολύ χρυσάφι και την τρίτη θέση ανάμεσα στους άρχοντες της Βαβυλώνας.

Ο Δανιήλ του είπε τα εξής: «Κράτησε, βασιλιά μου, τα δώρα σου και άκου προσεκτικά τι θα σου πω. Ο αληθινός Θεός, που τώρα με φωτίζει να σου πω αυτά τα λόγια, έκαμε τον πατέρα σου μεγάλο βασιλιά και του χάρισε πλούτο και δύναμη και δόξα. Όταν όμως η καρδιά του έγινε σκληρή και περήφανη έχασε το βασιλικό θρόνο, οι δικοί του οι άνθρωποι τον καταδίωξαν και ζούσε σαν άγριο θηρίο στις ερημιές, μέχρι την ώρα που πίστεψε στον αληθινό Θεό. Εσύ, ο γιος εκείνου που όλα αυτά τα γνώριζες, δεν ταπεινώθηκες μπροστά στον Θεό. Λάτρεψες τους ξύλινους, τους σιδερένιους, τους πέτρινους θεούς κι αρνήθηκες τον μόνο αληθινό Θεό. Μάλιστα διέπραξες και μια φοβερή αμαρτία. Διέταξες να φέρουν στο τραπέζι σου τα σκεύη του Ναού για να πιεις εσύ κι οι καλεσμένοι σου κρασί. Γι’ αυτό τον λόγο έστειλε ο Θεός αυτό το χέρι να γράψει τα φοβερά λόγια: «Μανή, θεκέλ, φάρες» που θα πει: Μέτρησε ο Θεός τη βασιλεία σου και την τελείωσε. Σε ζύγισε και βρέθηκες ελλιπής. Διαιρέθηκε η βασιλεία σου και δόθηκε στους Μήδους».

Ο βασιλιάς εντυπωσιάστηκε από τα λόγια του Δανιήλ. Διέταξε να τον ντύσουν βασιλικά και τον όρισε τρίτο άρχοντα του βασιλείου του. Την ίδια όμως νύχτα ο Βαλτάσαρ δολοφονήθηκε και το βαβυλωνιακό κράτος καταλύθηκε από τους Μήδους. Βασιλιάς τώρα έγινε ο Δαρείος.

Πηγή Πεμπτουσία