Οἱ οὐράνιοι Ἀνάδοχοι

Ἐπιμέλεια πρωτ. Ἀμφιλοχίου Σακαλλέρου, Γεν. Ἀρχιερατικοῦ Ἐπιτρόπου Καλύμνου

Διηγήθηκε κάποτε ὁ ἀββᾶς Θεωνᾶς, ὅτι στήν Ἀλεξάνδρεια, στά χρόνια τῆς πατριαρχείας τοῦ Παύλου, ζοῦσε μόνη της μιά κόρη ἀβάπτιστη, πού εἶχε κληρονομήσει μεγάλη περιουσία ἀπό τούς γονεῖς της.

Μιά μέρα, ἐκεῖ πού ἐργαζόταν στόν κῆπο της, εἶδε κάποιον πού ἑτοιμαζόταν νά κρεμαστεῖ.

Τρέχει ἀμέσως κοντά του καί τόν ρωτάει:

– Τί κάνεις, ἄνθρωπε;

– Χρωστάω πολλά χρήματα, καί πιέζομαι πολύ ἀπό τούς δανειστές μου. Προτίμησα λοιπόν ἕνα σύντομο θάνατο, παρά μιά βασανισμένη ζωή.

– Σοῦ δίνω ὅλα τά χρήματα μου. Μόνο μήν αὐτοκτονήσεις, τόν παρακάλεσε ἐκείνη.

Ἔτσι καί ἔγινε. Πλήρωσε ὁ ἄνθρωπος τό χρέος του καί γλύτωσε. Ἡ κόρη ὅμως ἔμεινε φτωχή. Οὔτε γονεῖς εἶχε οὔτε κάποιον νά τή φροντίσει.

Πάνω σ’ αὐτή τήν ἀνάγκη, κατάντησε νά πορνεύει. Δέν πέρασε πολύς καιρός καί ἀρρώστησε. Ἦρθε τότε στόν ἑαυτό της καί κατανύχθηκε. Θέλησε νά βαπτιστεῖ, καί παρακαλοῦσε τούς γείτονες:

– Γιά τήν ἀγάπη τοῦ Χριστοῦ, λυπηθεῖτε τήν ψυχή μου καί παρακαλέστε τόν Πατριάρχη σας νά μέ κάνει χριστιανή.

Ὅλοι ὅμως τήν καταφρονοῦσαν, γιατί ἦταν πόρνη. Μέσα σ’ αὐτή τή θλίψη της, παρουσιάζεται
μπροστά της Ἄγγελος Κυρίου μέ μορφή ἀνθρώπου.

– Τί ἔχεις; τή ρωτάει.

– Ἐπιθυμῶ νά γίνω χριστιανή, ἀλλά κανένας δέν μέ βοηθάει.

– Μή στεναχωριέσαι. Θά φέρω ἐγώ ἀνθρώπους, πού θά σέ βοηθήσουν.

Πραγματικά, ἔφυγε καί γύρισε μέ δύο ἀκόμη Ἀγγέλους, πού σήκωσαν τήν κόρη καί τή μετέφεραν
στήν ἐκκλησία. Ὕστερα οἱ ἄγγελοι πῆραν τή μορφή ἀξιωματικῶν, καί κάλεσαν τούς κληρικούς, πού ἦταν ταγμένοι στό ἔργο τοῦ βαπτίσματος.

– Δίνετε ἐσεῖς ἐγγύηση γι’ αὐτή τή γυναῖκα; ρώτησαν οἱ ἱερεῖς.

– Μάλιστα, δίνουμε.

Τήν πῆραν τότε οἱ κληρικοί καί τέλεσαν τό μυστήριο. Ὕστερα, λευκοντυμένη καθώς ἦταν, τήν παρέλαβαν οἱ ἄγγελοι καί τήν πῆγαν στό σπίτι της. Ἐκεῖ τήν ἄφησαν κι ἔγιναν ἄφαντοι.

Πηγή Το Σπιτάκι της Μέλιας