Οι τρεις νέοι στο καμίνι

Ο βασιλιάς Ναβουχοδονόσορας έδωσε εντολή να κατασκευάσουν μια τεράστια χρυσή εικόνα του και να τη στήσουν στην πεδιάδα  Δεϊρά, έξω από τη Βαβυλώνα. Εκεί με διαταγή του συγκεντρώθηκαν όλοι οι σατράπες, οι διοικητές, οι τοπάρχες, οι δικαστές, οι θησαυροφύλακες, οι σύμβουλοι κι όλοι οι άρχοντες του τεράστιου κράτους του. Όλοι αυτοί, όταν θα ηχούσαν οι σάλπιγγες και τα τύμπανα θα έπρεπε να γονατίσουν και να προσκυνήσουν τη χρυσή εικόνα του βασιλιά.

Έτσι κι έγινε. Όταν ήχησαν τα μουσικά όργανα, όλοι έπεσαν στα γόνατα και προσκύνησαν τη χρυσή εικόνα. Μόνο οι τρεις Ισραηλίτες, ο Σεδράχ, ο Μισάχ και ο Αβδεναγώ δεν την προσκύνησαν σεβόμενοι την εντολή του Θεού τους. Κάποιοι όμως βρέθηκαν να τους κατηγορήσουν στον βασιλιά. Εκείνος τους κάλεσε μπροστά του και τους έδωσε ο ίδιος την εντολή να προσκυνήσουν. Και πάλι εκείνοι αρνήθηκαν. Τότε ο βασιλιάς έδωσε διαταγή να ανάψουν μεγάλο καμίνι, να το πυρώσουν φοβερά – επτά φορές περισσότερο απ’ ό,τι ήταν αναγκαίο – και να ρίξουν μέσα δεμένους τους τρεις νέους.

Το καμίνι ετοιμάστηκε. Όσοι το πλησίαζαν απ’ έξω καίγονταν. Τόσο δυνατό ήταν. Έριξαν μέσα τους τρεις νέους. Όλοι περίμεναν να γίνουν αμέσως κάρβουνο. Κι όμως… Ο βασιλιάς όρθιος, κατάπληκτος φωνάζει στους υπηρέτες του: «Εμείς τρεις δεν ρίξαμε στο καμίνι; Εγώ βλέπω τέσσερις. Μάλιστα δεν είναι δεμένοι. Περπατούν στη μέση της φωτιάς η οποία δεν τους αγγίζει!». Μέσα στο πυρακτωμένο καμίνι οι τρεις νέοι ανέγγιχτοι και δροσεροί έψαλλαν στο Θεό: «Τον Κύριον υμνούμεν και υπερυψούμεν εις πάντας τους αιώνας» και δίπλα τους Άγγελος Κυρίου έκανε τη φωτιά δροσιά.

Ο Ναβουχοδονόσορας διέταξε να βγάλουν τα τρία παιδιά από το καμίνι. Όλοι είδαν πως ούτε μια τρίχα του κεφαλιού τους δεν είχε πειραχτεί, ούτε μυρωδιά φωτιάς δεν τους άγγιξε. Τότε ο βασιλιάς είπε συγκλονισμένος: «Ας είναι ευλογημένος ο Θεός του Σεδράχ, του Μισάχ και του Αβδεναγώ που έστειλε τον άγγελό του κι έσωσε τους δούλους του που είχαν σ’ αυτόν την ελπίδα τους και θυσίασαν τα σώματά τους για να μη λατρέψουν και να μην προσκυνήσουν άλλο Θεό εκτός από τον αληθινό. Γι’ αυτό κι εγώ διατάζω όλο τον λαό μου και το έθνος και τους ξένους υπηκόους μου να τιμούν και να σέβονται τον Θεό του Σεδράχ, του Μισάχ και του Αβδεναγώ. Δεν υπάρχει άλλος Θεός που να μπορεί να κάνει τέτοια θαύματα».

Διέταξε επίσης να δοθούν κι άλλα ανώτερα αξιώματα στους τρεις νέους μέσα στη Bαβυλώνα. Ο Ναβουχοδονόσορας βασίλεψε πολλά χρόνια. Ήταν πολύ άξιος βασιλιάς κι έκανε πολλά σπουδαία έργα. Κάποτε όμως περηφανεύθηκε πολύ και ο Θεός για να τον ταπεινώσει τον οδήγησε σε παραφροσύνη. Έγινε σαν θηρίο. Το σώμα του αγρίεψε, δεν μιλούσε στους ανθρώπους. Έφυγε στις ερημιές και ζούσε μόνος του. Αυτό κράτησε επτά χρόνια. Μετά τα επτά χρόνια θεραπεύθηκε και επέστρεψε στην οικογένεια και στο ανάκτορό του μετανιωμένος και υμνολογώντας τον μεγαλοδύναμο Θεό.

Πηγή Πεμπτουσία