Οι γονείς πρέπει να διδάσκουν στα παιδιά τους την Γέννησι, την Σταύρωσι και την Ανάστασι του Χριστού

Κάποτε υπήρχαν δυό παιδιά, ηλικίας ένδεκα-δεκατριών χρόνων. Καθώς εβάδιζαν σ’ έναν μακρυνόν δρόμον αντίκρυζαν και αντιμετώπιζαν διάφορα δημιουργήματα της φύσεως. Το κάθε παιδί σκεπτόταν, για το τι αντίκρυζε με τον δικό του τρόπο, χωρίς να το λέη στο άλλο.

Προχωρούσαν και έφτασαν μπροστά σ’ ένα ποτάμι. Αλλά μικρά και άπειρα όπως ήταν, εφοβήθηκαν, επειδή ήταν πολύ ορμητικό το ποτάμι και έστρεψαν προς τα πίσω. Τότε είπε το ένα στο άλλο: «Έ, φίλε μου, τώρα πώς θα περάσωμε απέναντι; Στο δρόμο είδαμε σκυλιά, είδαμε πουλιά, είδαμε διάφορα άγρια ζώα σαν παραμορφωμένα και δεν δειλιάσαμε. Τώρα βλέπομε ένα ποτάμι και σταματήσαμε με τόσον φόβο;»

Λέει τότε το άλλο: «Εγώ, στο δρόμο που προχωρούσαμε, για ό,τι έβλεπα, κρυφομιλούσα και έλεγα μέσα μου: ΄Όλα αυτά πώς βρεθήκανε σ’ αυτό το μέρος; Και αμέσως θυμόμουνα αυτά που η μητέρα μου και η γιαγιά μου μού έλεγαν σαν παραμυθάκι, πως ο Θεός έκτισε όλα τα πράγματα που υπάρχουν στη γη και ότι πρέπει να παρακαλάμε πάντοτε τον Θεό, να μας δίνει δύναμη, θέληση και υπομονή».

Το άλλο παιδί που άκουγε όλα αυτά είπε: «Αυτό που λες, φίλε μου, πρώτη φορά το ακούω. Δεν ξέρω τον Θεό, δεν ξέρω την προσευχή. Διότι δεν μου το είπε κανείς, ούτε η μητέρα μου ούτε η γιαγιά μου πως υπάρχει Θεός. Μου μίλησαν για διάφορα άλλα πράγματα που τα έβλεπα στο δρόμο, αλλά δεν ήξευρα ποιος τα δημιούργησε. Δεν μου είπαν ότι ο Θεός έπλασε εμένα και όλον τον κόσμο».

Και το καημένο το παιδί τόσο πειράχθηκε που άρχισε να λέη: «Γιατί, μητέρα, δεν μου είπες πως υπάρχει Θεός; Γιατί, γιαγιά, δεύτερή μου μάνα, δεν άνοιξες το στόμα σου να με οδηγήσης στον Θεό; Μόνον με άφησες παραπονεμένο και δυστυχισμένο να μην τον γνωρίσω; Και τώρα που βρήκα μπροστά μου αυτό το ποτάμι δεν γνωρίζω τι να πω; Εσύ, φίλε μου, γνωρίζεις τον Θεό και εδιδάχθης από τους γονείς σου. Πες μου και μένα αυτά που σου εδίδαξαν. Έλα να καθήσουμε στην όχθη του ποταμού να μου τα διηγηθής, να γίνω και εγώ σαν και σένα».

Πράγματι, τα δύο παιδιά εκάθησαν στην όχθη του ποταμού και διηγήθηκε το ένα στο άλλο, ό,τι του δίδαξε η γιαγιά του και εκείνο που δεν ήξερε τον Θεόν λέγει. «Σήκω επάνω, φίλε μου, να κάνουμε τον σταυρό μας και να φωνάξωμε: Θεέ μου, Θεέ μου, στέρεψε το ποτάμι να περάσωμε από το άλλο μέρος».

Και πράγματι, εκείνην την στιγμή που το είπαν αυτό, το ποτάμι ξεράθηκε, άνοιξε δρόμος και πέρασαν τα παιδιά και αμέσως ξανάρχισε να τρέχη με την γοργή του ορμή. Τα παιδιά άρχισαν πάλι να περπατούν. Ξαφνικά, βλέπουν μπροστά τους ένα μικρό σπιτάκι και πάνω στην στέγη έναν ωραίο Σταυρό με τον Χριστό εσταυρωμένον.

«Τι είναι αυτό;», ρώτησε το παιδί που δεν εγνώριζε τον Θεόν. «Ο Σταυρός», είπε το άλλο. «Και γιατί έχει επάνω αυτόν τον άνθρωπο;», ξαναρώτησε το πρώτο. «Ποιος είναι αυτός;» «Αυτός είναι ο Θεός. Σ’ αυτόν πρέπει να πιστεύωμεν», είπε το άλλο και τα δυο μαζί έσκυψαν και προσκύνησαν.

Τέκνα μου, εάν δεν υπήρχε η Γέννησις, η Σταύρωσις και η Ανάστασις του Χριστού, δεν θα υπήρχαμε εμείς οι χριστιανοί.

Γι’ αυτό, η πρώτη ανάγκη της μητέρας και του πατέρα είναι, να διδάξουν από την βρεφικήν ηλικίαν στα παιδιά, την Γέννησι, την Σταύρωσι και την Ανάστασι του Χριστού.

Όταν γνωρίση το παιδί αυτά τα τρία, δεν φοβάται τους ανθρώπους, το ποτάμι, τα ζώα, τα φυτά. Διότι υπάρχουν και φυτά που τα φοβάται, όπως τα αγκάθια, που δεν μπορείς να τα περάσης.

Πού πας, ώ τέκνον του Θεού, ποιον δρόμον θα βαδίσης;

Κοίταξε να βαδίσης τον δρόμον της υπομονής και της αγάπης, που δεν έχει αγκάθια ούτε ποταμούς. Έχει μικρή δίνη μα η προσευχή τρέχει και ενθαρρύνει.

Σπείρε τον σπόρον, γεωργέ, μ’ αγάπη στην ψυχήν σου, και παρακάλα τον Θεόν να δώση την ευχήν του.

 

sxedio did 59 sel95

 

 

Όταν διδαχθή ο άνθρωπος από μικρός, θεμελιώνεται η αγάπη στα έγκατα της ψυχής του και βαδίζει καλώς και ποτέ δεν φοβάται την παγίδα του εχθρού. Δεν επιτρέπεται οι καταρτισταί των γραμμάτων, που αναλαμβάνουν την αθώαν αυτήν χριστιανικήν ύπαρξιν, να την οδηγήσουν εις την ειδωλολατρείαν, εις το παίγνιον του Πονηρού, αλλά με αγάπη και χριστιανικήν αφοσίωσιν, να φυτέψουν στο άνθος αυτό την αγάπη του Χριστού στην ψυχήν του και τους λόγους του Κυρίου, που πηγάζουν από τον κορμόν του Ευαγγελίου και από την διδασκαλίαν του Αποστόλου Παύλου, που είναι η κορυφή, η αστείρευτος αγάπη των χριστιανών. Προσοχή λοιπόν στους διδασκάλους, διότι το μικρόν δέντρον, όταν το κτυπήση η αξίνη, μαραίνεται και δεν αναπτύσσεται κανονικά. Και τον μικρόν άνθρωπον από την βρεφικήν του ηλικία, αν τον κτυπήση η διδασκαλία η αντίχριστη και σατανική, σκλαβώνει αναγκαστικά την ψυχήν του, την αναστατώνει και την ζυμώνει με την αμαρτίαν και δεν ημπορεί να καθαρίση η σκέψις του να πλησιάση την χριστιανικήν μόρφωσιν.

Όταν ο άνθρωπος από μικρός χριστιανικά καλλιεργηθή, θα αισθάνεται και θα φοβάται την αμαρτία και θα την ξεχωρίζει από την καλή πράξι και θα υπάρχη μέσα του η πραγματική πίστις και η αγάπη προς τον Θεόν και θα ωφελεί την αθάνατον ψυχήν του.

Η καλή πράξις ξεχωρίζει. Όταν κόψης ένα άνθος και το προσφέρεις σε κάποιον διά να τον ευχαριστήσης, αισθάνεσαι μέσα σου μίαν ανέκφραστον χαράν.

Ας προσέχη πολύ η μητέρα, να μην αφήνη το παιδί άνευ της στοργικής διδασκαλίας του Χριστού, διά να σώση την ψυχήν του. Αμήν.

΄΄ΔΙΔΑΣΚΑΛΙΑ ΤΟΥ ΕΝ ΤΗ ΝΗΣΩ ΛΕΣΒΩ ΜΑΡΤΥΡΗΣΑΝΤΟΣ
ΚΑΙ ΝΕΟΦΑΝΕΝΤΟΣ ΑΓΙΟΥ ΙΕΡΟΜΑΡΤΥΡΟΣ  ΡΑΦΑΗΛ
ΟΠΩΣ ΥΠΑΓΟΡΕΥΤΗΚΕ ΑΠΟ ΤΟΝ ΑΓΙΟ ΡΑΦΑΗΛ
ΕΙΣ ΤΗΝ ΑΙΚΑΤΕΡΙΝΗ Π. ΛΥΤΡΑ΄΄

 Βιβλίο «Διδαχαί», σελ. 92