«Ξέρεις που ήρθες;»

Ας με συγχωρήσει ο Θεός. Θα τολμήσει το στόμα μου να περιγράψει την δόξα του Θεού, όπως μου αποκαλύφθηκε δια των Αγίων του. Το σοβαρότερο είναι πως θα τολμήσει η βρώμικη καρδιά μου να εξωτερικεύσει το μέγεθος της αγαθότητας του Κυρίου. Είναι αδύνατον, να με συγχωρήσει ο Θεός. Ελπίζω στην εξιστόρησή μου να μην αποκαλυφθεί το «σαράκι» του εγωισμού και της υπερηφάνειας που υπάρχει στην ψυχή μου. Εύχομαι ο Χριστός να σκεπάσει τα χάλια μου και να καθαρίσει τα λόγια και νοήματα που θα ακολουθήσουν, ώστε να μην Τον προσβάλλω αλλά και να μην ζημιώσω κανέναν αδελφό.
      Στην ύπαρξη του Θεού πίστευα από παιδί αλλά κατά τα άλλα η σχέση μου μαζί Του ήταν από ανύπαρκτη έως φαρισαϊκή. Μέχρι τα 29 μου χρόνια ζούσα στον μικρόκοσμό μου. Εξωτερικά ήμουν ένα «καλό» κορίτσι, σοβαρό, ώριμο και ήσυχο, όπως όλοι έλεγαν. Το τι σκουπίδια μάζεψε όμως η ψυχή μου και τι αγκάθια αναπτύχθηκαν κάτω από την βιτρίνα μέχρι τότε, είναι μια άλλη ιστορία. Όμως όλα τα ψεύτικα τελείωνουν, ευτυχώς. Όλα τα στηρίγματα που συνέβαλαν στην καλή μου εικόνα άρχισαν να γκρεμίζονται έως ότου έμεινα γυμνή απέναντι στον Θεό.
      Μετά από 5 χρόνια ψυχολογικών πιέσεων και ταλαιπωριών και αφού ό,τι είχα χτίσει στην προσωπική μου ζωή είχε χαθεί, κοίταξα κατάματα την εικόνα του Χριστού και του είπα «Θέλω να σε γνωρίσω. Θέλω να σε καταλάβω. Θέλω να σε αγαπήσω». Ένιωθα ότι φταίω κι εγώ, παρόλο που τα εξωτερικά γεγονότα έδειχναν πως αδικήθηκα και ήμουν πάντα το θύμα. Σκεφτόμουν πως κάτι δεν έχω καταλάβει καλά, δεν με ξέρω καν, τα έχω κάνει χάλια στην ζωή μου, πως είχα πολύ μεγάλη ιδέα για τον εαυτό μου η οποία γκρεμίστηκε ολοσχερώς. Από εκείνη την ημέρα κάτι άρχισε να αλλάζει μέσα μου, που δεν μπορούσα να το προσδιορίσω. Άρχισα να Του μιλάω όλο και περισσότερο. Από ένα σημείο και μετά άρχισα να νιώθω μια έντονη περίεργη χαρά μέσα μου που εκδηλώνονταν με δάκρυα. Ένιωθα παρουσίες γύρω μου, τόσο αισθητές που άπλωνα το χέρι και αισθανόμουν πως κάποιος είναι εκεί δίπλα μου και μου δίνει κι εκείνος το χέρι του. Κι έκλαιγα από συγκίνηση, κι ας μην καταλάβαινα ακόμη τι γίνεται.. Και όλο το βάρος έφευγε από την ψυχή μου. Κάποιο απόγευμα, σκεπτόμενη την προσωπική μου ζωή, είπα στον Θεό: «Θεέ μου, έτσι είσαι κι Εσύ με τους ανθρώπους. Παρόλο που με τα χείλη τους και τις πράξεις τους σε διώχνουν και σε αρνούνται, εσύ βλέπεις στο βάθος της καρδίας τους πως σ ΄αγαπούν απλά δεν το ξέρουν ακόμη. Βλέπεις πως στο βάθος η ψυχή φωνάζει να μην τους εγκαταλείψεις, ακόμη κι αν ο λογισμός τους λέει πως ίσως να μην υπάρχεις ή πως είσαι άδικος. Άρα Χριστέ μου είσαι κι εσύ πολύ ερωτευμένος με τον άνθρωπο, γι’ αυτό τον περιμένεις». Μόλις έκανα αυτή τη σκέψη, ένιωσα μια ανταπόκριση μέσα μου, μια αλλοίωση. Σαν κάποιος να συμφώνησε μαζί μου.
      Μετά από αυτό, είδα το εξής όνειρο: Ήμουν στους πρόποδες ένος υψηλού λόφου. Γύρω μου υπήρχε ξερή βλάστηση, σαν στάχυα. Κάπου στο βάθος υπήρχε θάλασσα. Και γύρω μου βρισκόταν πολλοί άνθρωποι, όσοι ξέρω και δεν ξέρω. Τότε, από το βάθος του ορίζοντα άρχισε να πλησιάζει μια φωτιά. Όσο πλησίαζε φούντωνε και μεγάλωνε. Κι άρχισα να φοβάμαι. Όταν πια πλησίασε αρκετά, όλοι οι υπόλοιποι άρχισαν να τρέχουν πανικοβλημένοι και να με φωνάζουν να πάω μαζί τους γιατί θα καώ. Όμως εμένα τα πόδια μου είχαν καθηλωθεί. Κάτι μου έλεγε να μείνω. Όταν η φωτιά με έφτασε, ο φόβος μετατράπηκε σε χαρά και απίστευτο θάρρος. Ένιωθα πως πρέπει να θυσιαστώ για να γλυτώσουν οι υπόλοιποι. Κι αυτό για κάποιο λόγο μου έδινε χαρά. Άπλωσα τα χέρια μου με θάρρος στις φλόγες και η φωτιά παραδόξως δεν έκαιγε. Έσβησε στα χέρια μου. Και ξύπνησα από την χαρά που ένιωθα αλλά αναρωτιόμουν τι να σήμαινε όλο αυτό, γιατί δεν το ένιωσα ως όνειρο αλλά ως αληθινή εμπειρία. Οφείλω να αναφέρω εδώ πως ο λόφος ήταν ίδιος με αυτόν που είναι κτισμένο το μοναστήρι των νεοφανών μαρτύρων Ραφαήλ, Νικολάου και Ειρήνης στο άνω Σούλι και η θέα ήταν όπως ακριβώς φαίνεται από τη φιάλη της μονής αν κοιτάξεις προς τον Ευβοϊκό. Φυσικά, αγνοούσα πλήρως την ύπαρξη του μέρους. Το μόνο που ήξερα ως τότε ήταν πως προστάτης της Μυτιλήνης είναι ο Άγιος Ραφαήλ.
      Δύο περίπου μήνες μετά, το βράδυ της 2ας Νοεμβρίου 2016, κάποιος φίλος που είχα σε μεγάλη ευλάβεια με πλήγωσε πολύ με τα λόγια του, άθελά του. Ένιωσα να μου καρφώνει τις πληγές που κουβαλούσα. Απευθύνθηκα στον Θεό (είχε γίνει πια ο αόρατος και σιωπηλός φίλος μου που μου έκανε παρέα στο άδειο μου σπίτι) και του είπα : «Θεέ μου, αυτή τη φορά δεν θέλω να αισθανθώ άσχημα για κανένα άνθρωπο. Κουράστηκα να έχω αρνητικά συναισθήματα μέσα μου για όλους, ακόμη κι αν με πληγώνουν. Δεν φταίει εκείνος για αυτά που είπε. Δεν ήξερε πόσο θα με πληγώσει. Είναι δικό σου παιδί (καθότι ο φίλος μου τυχαίνει να είναι και ιερέας) και δεν θέλω να σκεφτώ αρνητικά για εκείνον. Βοηθησέ με. Κι επειδή τελευταία δεν ξέρω αν τρελαίνομαι και πλανώμαι ή αν όντως με ακούς, και αν βαδίζω σωστά (είχα διλήμματα σχετικά με την προσωπική μου ζωή), μίλησέ μου. Μίλησέ μου στην δική μου γλώσσα, για να σε καταλάβω. Δεν έχω πια εμπιστοσύνη στον εαυτό μου. Δεν θέλω να ξανακάνω λάθος..» Και πέφτω για ύπνο..
      Και το θαύμα έγινε. Ο Θεός μου μίλησε. Βλέπω το εξής ενύπνιο: Ανέβαινα ένα βουνό. Είχα παρέα τον αδερφό μου. Όποιον βρίσκαμε κατά διαστήματα τον ρωτούσα «πώς θα πάω εκεί;» Η ίδια δεν καταλάβαινα συνειδητά που θέλω να πάω, παρόλο που είχα μεγάλη θέληση κι ανησυχία να φτάσω «εκεί», όμως οι άλλοι που ρωτούσα καταλάβαιναν και μου έλεγαν «καλά θα πας εκεί; Είσαι τρελή; Δεν μπορείς να πας!» Νύχτωσε και συνεχίζαμε να ανεβαίνουμε με τον αδερφό μου έως ότου φτάσαμε στο τέρμα του βουνού. Εκεί, στην ερημιά, υπήρχε μια παλιά μονοκατοικία. Είχε βεράντα με μια κληματαριά απέξω, κάτω από την οποία καθόταν άνθρωποι. Άλλοι λυπημένοι, άλλοι χαρούμενοι. Τους ρώτησα με φοβερή αγωνία την ίδια ερώτηση, «Πώς θα πάω εκεί; Μην μου πείτε πως δεν έφτασα ακόμη! Μην μου πείτε πως πρέπει να ανέβω άλλα τόσα βουνά!» και δείχνω βουνοκορφές απέναντι. Να σημειώσω εδώ πως όλο το τοπίο είναι ακριβώς το ίδιο με αυτό που φαίνεται από το προσκύνημα του βράχου στην μονή του άνω Σουλίου. Και η μονοκατοικία ήταν ίδια με την φωτογραφία της πρώην στάνης που υπάρχει στην ιστοσελίδα της μονής.. Φυσικά δεν γνώριζα ακόμη το μέρος εκείνο. Κι ενώ λοιπόν αρχίζω να απογοητεύομαι γιατί όλοι με αποθαρρύνουν από το να πάω «εκεί», βλέπω στην άκρη της βεράντας του σπιτιού μια εύσωμη κυρία, μετρίου αναστήματος και μέσης ηλικίας, με ένα γαλήνιο και φωτεινό χαμογελαστό πρόσωπο, να ανάβει κάποια κρεμαστά ολόχρυσα καντήλια, άλλα μεγάλα, άλλα μεσαία κι άλλα μικρά. Και μου λέει με ένα ήρεμο και γεμάτο νόημα χαμόγελο «Μην ανησυχείς, έχεις φτάσει! Εδώ είναι! Κατεβείτε κάτω» Και μου δείχνει μια ανεμόσκαλα, κάτω από την βεράντα.
      Από εδώ και πέρα αρχίζει το περιβάλλον να γίνεται ακριβώς όπως αναφέρουν οι περιγραφές και δείχνουν οι φωτογραφίες στα βιβλία σχετικά με την στοά του Αγιάσματος στον λόφο των Καρυών της Λέσβου. Χωρίς φυσικά ακόμη να γνωρίζω το παραμικρό. Ούτε είχα επισκεφθεί ποτέ την Μυτιλήνη.. Και προς ντροπή μου, ακόμη δεν έχω πάει. Βρισκόμαστε λοιπόν με τον αδερφό μου έξω από μια χωμάτινη στοά, κάτι σαν σε προθάλαμο. Γύρω μας σκοτάδι αλλά μέσα στο σκοτάδι, κάτι έλαμπε και βλέπαμε. Τριγύρω υπήρχαν πολλοί άνθρωποι, σαν αυτούς που ήταν στην βεράντα πριν. Ήταν όμως ανήσυχοι και μας λένε να μην μπούμε μέσα στην στοά γιατί μυρίζει άσχημα. Κι ότι έχουν σκοτώσει ανθρώπους εκεί μέσα, έχει παντού ανθρώπινες σάρκες. Εμείς παγώσαμε. Άρχισα να το μετανιώνω που ήρθαμε ως εκεί, ένιωθα να τρομοκρατούμαι. Όμως βγαίνει μια μικρή κοπέλα, έφηβη (ήταν η Αγία Ειρήνη, όπως κατάλαβα αργότερα), με πολύ φωτεινό πρόσωπο, φακίδες και υπέροχο χαμόγελο – σαν της κυρίας στην βεράντα – και μου λέει «Μην ανησυχείτε! Δεν βρωμάει μέσα, αλλά μοσχοβολάει!» και μας σπρώχνει προς την είσοδο. Ο φόβος σταμάτησε και μπήκαμε. Βλέπω τα εξής.. η στοά ήταν γεμάτη χώμα, σαν σπηλιά. Μέσα στο χώμα λαμπίριζαν κάποια χρυσά νομίσματα, ενώ παντού τριγύρω έσταζε νερό. Κάτω, βλέπω ξαπλωμένο ανάσκελα νεκρό με σταυρωμένα τα χέρια στο στήθος έναν νεαρό, με κοκκινωπά κοντά γένια και όμορφο πρόσωπο. Ήταν ντυμένος με λευκή ριχτή στολή που είχε πάνω της μαύρες λωρίδες (αργότερα διάβασα πως τον Άγιο Νικόλαο τον ενταφιάσανε τυλίγοντας γύρω του κορδέλες). Δίπλα του βρισκόταν ξαπλωμένος μπρούμυτα ένας πολύ ψηλός άνδρας, με μαύρα ράσα και επανωκαλύμμαυχο (αργότερα έμαθα πώς λέγεται αυτό το άμφιο και πως το φορούν οι αρχιμανδρίτες, δεν είχα ιδέα τι είναι αυτό που βλέπω). Ξαφνικά σηκώνεται ο νεαρός μπροστά μου, και χωρίς να πατάει στο έδαφος ούτε να κουνάει τα χείλη του, μου μιλάει και μου λέει « Ξέρεις πού ήρθες; Αυτός –και μου δείχνει με το χέρι του τον ξαπλωμένο ρασοφόρο– είναι ο Άγιος Ραφαήλ!» Και αμέσως ο ψηλός αρχιμανδρίτης σηκώνεται και νιώθω πως δεν αντέχω να τον κοιτάξω! Τα πόδια μου λύγισαν, γονάτισα και φώναξα: Άγιε!
      Η ταραχή μου ήταν τόσο μεγάλη που ξύπνησα. Για κάποιο λόγο ήμουν σίγουρη πως αυτό δεν ήταν όνειρο. Ένιωθα σαν ο εγκέφαλός μου να αρπάχτηκε από κάτι και δεν μπορούσα να τον κατευθύνω όσο «ονειρευόμουν». Ήταν κάτι διαφορετικό. Ήταν 2 τα ξημερώματα. Μπήκα αμέσως στο internet και επιβεβαίωσα ποιοι ήταν αυτοί που είδα. Ειδικά ο Άγιος διάκονος Νικόλαος ήταν όπως ακριβώς στις εικόνες της εκκλησίας. Κατέρρευσα… Έκλαιγα ώρες γονατιστή μπροστά στις λιγοστές χάρτινες εικονίτσες που είχα. Η συντριβή δεν μπορεί να περιγραφεί. Η μετάνοια ήταν αυτόματη. Προς τα ξημερώματα κατάφερα να ξανακοιμηθώ λίγο…
      Οι τρεις Άγιοι όμως επέμειναν. Βλέπω πως μπαίνω σε ένα δωμάτιο με ένα τεράστιο σιδερένιο κρεββάτι, ίδιο με αυτά που είχαν κάποτε στα νοσοκομεία. Κάτω από το κατάλευκο σεντόνι διαγράφονταν τρεις άνθρωποι πλήρως σκεπασμένοι, που πια ήξερα ποιοι ήταν… Στέκομαι όρθια και κοιτάω το κρεβάτι και τα σκεπασμένα σώματα. Ξαφνικά ο Αγιος Ραφήλ σηκώνει το σεντόνι και βλέπω την Αγία κάρα του. Ήταν μια νεκροκεφαλή που έλειπαν τα μάτια και από εκεί μέσα ακτινοβολούσε ένα υπέρλαμπρο φως. Ο Άγιος με φώναξε με το όνομά μου και όπως πλησίασα και είδα το φώς, πάλι τρόμαξα, δεν άντεχα την ένταση των συναισθημάτων μου και ξύπνησα. Αργότερα διάβασα πως στο μοναστήρι στην Μυτιλήνη ο Άγιος Ραφαήλ είχε φτιάξει νοσοκομείο για τους φτωχούς αρρώστους.
      Μετά από όλα αυτά, η ζωή μου και κυρίως η ζωή μέσα μου άλλαξε δραματικά. Ξεκίνησε η δίψα για τον Χριστό. Οι τρεις Άγιοι προστάτες και πρέσβεις μου προν τον Κύριο συνεχίζουν να μου δίνουν τις απαντήσεις τους. Κάποιες φορές με όνειρα, αλλά κυρίως μέσα από τους ανθρώπους! Νιώθω πως ό,τι κι αν κάνω, δεν θα μπορέσω ποτέ να τους εκφράσω την ευγνωμοσύνη μου. Πόσο δωρεάν μας αγαπάει και μας οικονομεί ο Θεός!
Είναι εντυπωσιακό το ότι οι Άγιοι ακούνε τα πάντα και απαντάνε. Ακόμη κι ο τρόπος που πήγα στο μοναστήρι ήταν θαυματουργικός. Είχα δει την μονή στο internet αλλά ένιωθα ανασφάλεια να οδηγήσω ως εκεί μόνη μου. Και ζήτησα από τους Αγίους να μου στείλουν άνθρωπο να με πάει. Την επόμενη κιόλας ημέρα ήρθε στο γραφείο που εργάζομαι μια κοπέλα η οποία μου ανέφερε το όνομα της κορούλας της, Ραφαέλα. Ρώτησα αν είχε κάποια σχέση με τον Άγιο και μου είπε ναι. Και πως επισκέπτεται συχνά την μονή στο Άνω Σούλι. Μόλις ανέφερα πως θέλω κι εγώ να πάω, μου είπε να πάω μαζί της … Κι έτσι έγινε.
      Νιώθω την ανάγκη να διευκρινίσω κάτι σημαντικό. Πολλοί σκέφτονται –όπως κι εγώ στο παρελθόν– πως τέτοια θαύματα συμβαίνουν σε αυτούς που το αξίζουν, σε αυτούς που είναι καλοί. Πόσο λάθος είναι αυτό! Μάρτυς μου ο Θεός, ήμουν και είμαι από τους πλέον αμαρτωλούς ανθρώπους.
      Ο λόγος που ανέφερα τόσες λεπτομέρειες είναι για να δείξω ποιο τελικά ήταν το «κλειδί» που ξεκλείδωσε την πόρτα επικοινωνίας με τον Χριστό. Κι αυτό ήταν απλό τελικά. Απλά αμφισβήτησα τον εαυτό μου και Του μίλησα. Τίποτα άξιό Του δεν έχω κάνει. Δηλαδή ό,τι λένε τα Ευαγγέλια και οι Πατέρες της Εκκλησίας μας, η απάρνηση του εαυτού και όχι η αυτοδικαίωση ή η αναζήτηση της αναγνώρισης από τους άλλους. Η μόνη πραγματική δικαίωση του κάθε ανθρώπου, ό,τι κι αν έχει κάνει ή ό,τι κι αν έχει πάθει, είναι η αγάπη του Θεού προς εκείνον. Αρκεί να Του επιτρέψουμε να μας το δείξει. Κι αυτό νομίζω πως είναι το πιο σημαντικό μήνυμα που μπορώ να μεταδώσω.
      Κλείνοντας, θα ήθελα να ζητήσω συγγνώμη από όσους κούρασα κι από όσους άθελά μου σκανδάλισα.Ο Θεός να μας Φωτίσει όλους, δια πρεσβειών των Αγίων Του! Αμήν.
Παρασκευή Τ.