Θαυμάσιο θαυματούργημα του Αγίου Ιωάννη του Προδρόμου!

[Διήγηση προϊσταμένου της Ιεράς Μονής Διονυσίου Αγίου Όρους προς τον Μοναχό, π. Λάζαρο Διονυσιάτη]:

[…]
– Εγώ αδελφέ Λάζαρε, όπως θα θυμάσαι, το πρώτο δεκαήμερο του Ιουλίου της προηγουμένης χρονιάς (1955), είχα σταλεί από τη Μονή στην Θεσσαλονίκη για την αγορά αναγκαίων ειδών διατροφής και μερικών άλλων χρήσιμων για μας πραγμάτων.

Όταν έφτασα στην Θεσσαλονίκη, κατέλυσα όπως πάντα στο ξενοδοχείο, και αλίμονο σε μένα τον δυστυχή, αφού συνεργεία σατανική, έπεσα σε μεγάλο και απροσδόκητο πειρασμό.

Αν δεν πρόφθανε η Θεία Χάρις και η προστασία του Τιμίου Προδρόμου, δεν γνωρίζω ποιο θα ήταν το κατάντημά μου και αν θα βρισκόμουν σήμερα στην Μονή.

Όταν μου τα είπε αυτά ο αδελφός, είδα να τρέχουν δάκρυα από μάτια του, τόσο για την ανάμνηση της φοβερής δοκιμασίας το οποίο του συνέβη, όσο και από την εκπληκτική θαυματουργία που ακολούθησε. Γι’ αυτό και σιώπησε για λίγο.
Εγώ ενθαρρύνοντάς τον να μου ιστορήσει αυτό που του συνέβη, τον διαβεβαίωσα πως η διήγηση του αυτή, θα έχει χαρακτήρα πνευματικής εξομολόγησης και κανένας εκ των έξω δεν θα μάθει ποτέ το όνομά του, ούτε και αυτός ο ηγούμενος της μονής.

Και τότε αυτός άρχισε να μου διηγείται:
– Όταν, αδελφέ, νύκτωσε και ήμουν μόνος στο δωμάτιο μου, μια όμορφη νέα από κάποιο χωριό της Χαλκιδικής την οποία είχα συναντήσει κάποτε για λίγο στο πατρικό της σπίτι της -γιατί η οικογένεια της ήταν γνώριμη με το μοναστήρι- έτυχε να διαμένει στο ίδιο ξενοδοχείο μαζί με τον αδελφό της. Εκείνο το βράδυ, εν τω μεταξύ, ο αδελφός της απουσίαζε.
Όταν έμαθε η κοπέλα αυτή πως βρίσκομαι στο τάδε δωμάτιο του ξενοδοχείου, έχοντας το θάρρος από την σχέση της οικογένειάς της με την μονή, αλλά και την γνωριμία που είχαμε, με επισκέφτηκε στο δωμάτιο μου. Μετά, λοιπόν, τον χαιρετισμό αρχίσαμε να κουβεντιάζουμε.

Εγώ την ρωτούσα για τον πατέρα της, και τα άλλα μέλη της οικογένειας της, και αυτή με ρωτούσε για μερικούς πατέρες της Μονής που γνώριζε. Έτσι, πέρασε ένα χρονικό διάστημα και εν τέλει μου πρότεινε να πάμε στο δωμάτιο της, να με φιλέψει από το φαγητό που είχε φάει με τον αδελφό της εκείνη την μέρα.

Όπως μου έλεγε, επίσης, ήθελε να μου δώσει εκλεκτά φρούτα από το χωριό της -και αλλά πολλά τέτοια έλεγε- και με θερμοπαρακαλούσε να δεχθώ.
Εγώ στην αρχή αντιδρούσα και δεν δεχόμουν να κάμω αυτήν την παράκαιρο συναναστροφή. Όμως, αυτή επέμενε! Και τι δεν έλεγε! Αφού, μάλιστα, μου έπιασε το χέρι μου είπε: «Μια στιγμή θα πάμε και θα γυρίσεις πάλιν»…

Σε τι συμφορά έμπλεξα, αδελφέ μου! Από την μια σκεφτόμουν το παράλογο, το άτοπο και την άγνωστη εξέλιξη της παγίδας στην οποία είχα περιέλθει, και από την άλλη τα γλυκά της λόγια, τα παρθενικά της κάλλη, τα καυστικά βέλη που έπληξαν τα μέλη της σαρκός, την νύκτα, την μοναξιά…

Ζαλίστηκα και άρχισα να υποχωρώ και σιγά σιγά να ενδίδω στο θέλημά της. Όμως, από τα βάθη της καρδιάς και της ψυχής μου παρακαλούσα τον Τίμιο Πρόδρομο να μην γίνω παιχνίδι στα χέρια των δαιμόνων και περίγελος τους…

Για να μην τα πολυλογώ, όμως, πήγαμε στο δωμάτιό της, στο αντικρινό πάτωμα και μόλις πήγαμε, ασφάλισε αμέσως την πόρτα καλά και ετοιμαζόταν να με φιλέψει…
Φαντάζεσαι τώρα την χαρά και τους πανηγυρικούς αλαλαγμούς των δαιμόνων για την νίκη και τον θρίαμβο που κατόρθωσαν!

Αλλά ω των θαυμασίων θαυματουργημάτων σου μέγιστε προστάτη μας, πανένδοξε του Κυρίου, Βαπτιστά και Πρόδρομε!

Ενώ φαινόταν πλέον ως γεγονός τετελεσμένο η συντριβή και η κατάπτωσή μου στην αμαρτία, αμέσως γίνεται μια φωταγεύστατη αστραπή που έλαμψε όλο το δωμάτιο! Σαν να φωτιζόταν από πολλά ηλεκτρικά φώτα!

Και μέσα στο αστραφτερό αυτό φως εμφανίζεται ο Μέγας Πρόδρομος ο Ιωάννης και μ’ αρπάζει από το στήθος! Την ίδια ώρα και χωρίς να αντιληφθώ το παραμικρό, βρέθηκα στο δωμάτιο μου, στην άλλη άκρη του πατώματος!

Αφού συνήλθα και ήλθα στον εαυτό μου από το φοβερό και τρομερό αυτό γεγονός, και αφού συνειδητοποίησα την μεγάλη χάρη και προστασία που μου συνέβη από τον πανάγιο προστάτη τον Τίμιο Πρόδρομο, αφού τον ευχαρίστησα θερμώς, πέρασα όλη εκείνη την βραδιά με δάκρυα χαράς και ευλαβείας, θαυμάζοντας για την μεγάλη προστασία που έχει για μας τους μοναχούς τους Διονυσιάτες!
[…]

(Επιμέλεια-διασκευή Στέλιος Κούκος)

Απόσπασμα σε διασκευή από το βιβλίο του Μοναχού Λάζαρου Διονυσιάτη, “Διονυσιάτικια Διηγήσεις”.

Πηγή Πεμπτουσία