Η διάβαση της Ερυθράς θάλασσας

Ο Μωυσής, παρόλο που έβλεπε τη δύσκολη κατάσταση, είχε την ελπίδα του στον Θεό. Μίλησε λοιπόν στον λαό μ’ αυτά τα λόγια: «Ο Κύριος έδειξε τόσες φορές τη δύναμή του και τη θέλησή Του να μας ελευθερώσει. Σ’ αυτόν ας έχουμε την ελπίδα μας. Δεν θα μας εγκαταλείψει τώρα». Ο λαός ησύχασε και περίμενε τη βοήθεια του Θεού. Κι Εκείνος δεν τους ξέχασε. Πρόσταξε τον Μωυσή να σηκώσει το ραβδί του και να το στρέψει στην Ερυθρά Θάλασσα. Μόλις ο Μωυσής σήκωσε το ραβδί του και έδειξε τη θάλασσα, τα νερά χωρίστηκαν στη μέση, στάθηκαν όρθια σαν να τα συγκρατούσαν τεράστια φράγματα κι ανοίχτηκε στεγνός δρόμος. Με θάρρος, με ψαλμούς και ύμνους, μπήκε όλος ο λαός στο δρόμο που είχε ανοιχτεί με θαυμαστό τρόπο ανάμεσα σε υδάτινα τείχη και πέρασε γρήγορα απέναντι. Στο μεταξύ οι Αιγύπτιοι είχαν πλησιάσει. Είδαν αυτό το υπερφυσικό πέρασμα κι όρμησαν πίσω από τους Ισραηλίτες κι αυτοί ανάμεσα στα χωρισμένα νερά. Όταν κι ο τελευταίος Ισραηλίτης είχε περάσει απέναντι κι όλος ο αιγυπτιακός στρατός με τον Φαραώ βρισκόταν ακόμη μέσα στη θάλασσα, ο Μωυσής στάθηκε όρθιος με το ραβδί του και παρακάλεσε τον Θεό να τον βοηθήσει. Ύστερα σήκωσε το ραβδί του κι έδειξε μ’ αυτό προς τη θάλασσα. Αμέσως τα υδάτινα τείχη έσπασαν και τα νερά με φοβερή ορμή γύρισαν στη φυσική τους θέση. Οι Αιγύπτιοι, πριν καταλάβουν τι συνέβαινε, βρέθηκαν στον πάτο της θάλασσας. Όλα τα πολεμικά αμάξια, τα άλογα κι οι καβαλάρηδες, όλος ο στρατός του Φαραώ χάθηκαν στα αφρισμένα νερά.

Οι Ισραηλίτες συγκλονισμένοι από το μεγαλείο του Θεού τους και λυτρωμένοι για πάντα από τη δουλεία τους στους Αιγυπτίους άρχισαν να ψάλλουν και να υμνολογούν τον Θεό. Ήταν ολοφάνερο πως ο Θεός τους προστάτευε και τους οδηγούσε ο ίδιος με τον πιστό του δούλο, τον Μωυσή.

Πηγή Πεμπτουσία